Βιογραφικό

Βιογραφικό

Αγαπητοί Φίλοι,

Όπως αναφέρεται και στο βιογραφικό μου σημείωμα, είμαι αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας εν αποστρατεία, με το βαθμό του Επισμηναγού.

Υπηρέτησα την Αεροπορία και την Πατρίδα με αυταπάρνηση και φιλότιμο, εργαζόμενος συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες. Θέλω να πιστεύω ότι, με την όλη μου προσφορά, συνέβαλα ουσιαστικά στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και τη βελτίωση και προαγωγή του επιχειρησιακού έργου της Πολεμικής Αεροπορίας.

Παράλληλα με τα κύρια καθήκοντά μου, επιδόθηκα και σε άλλες δραστηριότητες -πάντα μέσα στο πλαίσιο των υπηρεσιακών κανονισμών- που άπτονταν θεμάτων όπως η Ιστορία, η Θρησκεία και η Παράδοση. Ωστόσο, οι δραστηριότητές μου αυτές, καθώς και οι δηλωμένες θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ως Ορθόδοξου Χριστιανού, φάνηκαν να ενοχλούν την τότε Πολιτική και -κυρίως- Στρατιωτική Ηγεσία, με αποτέλεσμα την έναρξη ενός σιωπηρού αλλά αμείλικτου πολέμου εναντίον μου, με στόχο όχι μόνο την υπηρεσιακή και ηθική, αλλά και τη φυσική μου εξόντωση.

Ό,τι συνέβη στο πλαίσιο αυτής της πολεμικής αποτέλεσε αντικείμενο επανειλημμένων επίσημων αναφορών προς την Ηγεσία, συνοδευόμενων από συντριπτικά και αδιάσειστα στοιχεία, που, ωστόσο, δεν έτυχαν ποτέ της δέουσας αντιμετώπισης.

Η αναφορά μου (20.12.2004) προς τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας κ. Σ. Σπηλιωτόπουλο αποσκοπούσε στη δημοσιοποίηση όλων των σχετικών γεγονότων που είχαν εξαρχής ένα διπλό στόχο: την προσωπική μου εξόντωση και την προειδοποίηση όσων τυχόν αντιτίθενται στο σύστημα.

Παρόλα αυτά, η απεμπλοκή μου -μέσω της εσπευσμένης συνταξιοδότησης- από την Πολεμική Αεροπορία αποδείχτηκε τελικά καρπός της Θείας Πρόνοιας, καθώς μου εξασφάλισε την απαραίτητη ψυχική ηρεμία αλλά και το χρόνο να αφιερωθώ στον αγώνα μου και να κάνω το Λαό του Θεού κοινωνό της ανεξάντλητης δεξαμενής των Λόγων του Θεού, όπως αυτοί μεταδόθηκαν από τους Αγίους Πατέρες.

Οι προσωπικές μου πεποιθήσεις, σε συνδυασμό με την προτέρα μου επαγγελματική εμπειρία, μου επιτρέπουν μία διαφορετική εκτίμηση των καταστάσεων την οποία επιθυμώ να μοιραστώ με τους συνανθρώπους μου. Να τους δηλώσω υπεύθυνα ότι ο τόπος αυτός εξουσιάζεται από αντίχριστες δυνάμεις που επιδιώκουν να αλώσουν τα πάντα, ώστε να εξαλείψουν δια παντός κάθε πιθανή αντίσταση στα άνομα σχέδια τους. Αλλά και να τους θυμίσω ότι, όπως οι δυνάμεις αυτές έχουν τα σχέδιά τους, έτσι έχει και ο Θεός τα δικά Του˙ και ακόμα ότι στον κόσμο αυτό έχει εμάς, τα δικά Του παιδιά, που θα αγωνιστούμε για την πίστη και την πατρίδα μέχρι θανάτου.

Ὁ Νικόλαος Ζουρνατζόγλου, γεννήθηκε  στό χωριό Θηριόπετρα τοῦ Νομοῦ Πέλλας ἀπό γονεῖς ἀγρότες. Οἱ πρόγονοί του κατάγονταν ἀπό τή Μ. Ἀσία, καί κυρίως ἀπό τήν Καππαδοκία.[1]

Περάτωσε τίς ἐγκύκλιες σπουδές του τό 1970 στό Δῆμο Ἑξαπλατάνου Νομοῦ Πέλλας.Τήν ἴδια χρονιά, κατόπιν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων, εἰσῆλθε στή Σχολή Ὑπαξιωματικῶν Διοικητικῶν τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας (ΣΥΔ).

Ὑπηρέτησε σέ διάφορες πολεμικές μοῖρες καί ἐπιτελεῖα, σέ εὐαίσθητους τομεῖς τῆς ἐθνικῆς ἀσφάλειας, καθώς καί στό ἐξωτερικό.
Ἐκπόνησε:

  1. Ἐκπαιδευτικό ἐγχειρίδιο μέ θέμα «Ἀεροπορικές Ἐπιχειρήσεις» (1987), τό ὁποῖο διδάσκεται στή ΣΥΔ.
  2. Μελέτη μέ θέμα «Ὁ Σφετερισμός τῆς Μακεδονίας» (1992), ἡ ὁποία ὑπεβλήθη στό Ἀρχηγεῖο Τακτικῆς Ἀεροπορίας (ΑΤΑ) πρός ἐνημέρωση τοῦ προσωπικοῦ τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας.
  3. Ὑπέβαλε διάφορες ἐπιτελικές μελέτες στό ΑΤΑ.
  4. Τό 1993 εἶχε τήν ἐπιμέλεια στήν ἐκπόνηση μελέτης γιά τήν ἵδρυση Μουσείου τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας στό Ἀεροδρόμιο Σέδες.

Κατά τήν ἐνεργό ὑπηρεσία του τιμήθηκε μέ πέντε ἠθικές ἀμοιβές γιά ποικίλες προσφορές καί, εἰδικότερα, γιά τήν προαγωγή τοῦ ἔργου τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας. [2]

Τέλος, ἀπό τό Φεβρουάριο τοῦ 1995 ἕως καί σήμερα εἶναι ἀφιερωμένος στή διακονία τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων καί, κυρίως, τῶν πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καρακάλλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Τό Φεβρουάριο τοῦ 1998 ἀποστρατεύθηκε μέ τό βαθμό τοῦ Επισμηναγοῦ

α.    Ο Ζουρνατζόγλου Νικόλαος, του Κυριάκου και της Ελισάβετ (1881-1962), πατέρας του πατέρα μου, κατήγετο από το χωριό Τσουχούρ της Καππαδοκίας.

β.   Ο Παρούτογλου Παντελής, του Αποστόλου και της Σοφίας (1911-1990), πατέρας της μητέρας μου, κατήγετο απο το Ρουμ Καβάκ (=Ελληνική Λεύκα) της Καππαδοκίας.

γ.    Η Παπουλίδου Μαρία, του Ελευθερίου και της Σοφίας (1903-1987), μητέρα του πατέρα μου, κατήγετο απο την Αργυρούπολη της Τραπεζούντος.

δ.    Η Αλιβάνογλου Ελένη, του Νικολάου και της Αναστασίας (1911-9.1.2012), μητέρα της μητέρας μου, κατήγετο απο το Τσουχούρ της Καππαδοκίας.

ε.    Θηριόπετρα Νομού Πέλλας.

 

[2] ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:

 


 

 

 1. Φωτογραφικό Υλικό από το Τσουχούρ της Καππαδοκίας

Το καμπαναριό του Αγίου Νικολάου

Πανόραμα απο το Τσουχούρ

Πανόραμα απο το Τσουχούρ

Bίντεο με φωτογραφίες απο το Τσουχούρ

{

 


Πανόραμα απο το Τσουχούρ
{

Τσουχούρ ή Τσουκούρ Καισάρειας, αρχ. Σάριχα ή Σιριχά
Σε απόσταση 50 περίπου χλμ. ΒΑ της Καισάρειας, μέσα σε μια καταπράσινη περιοχή της κοιλάδας Κιλισέ Κιόι, βρίσκεται το χωριό Τσουχούρ, η αρχαία Σάριχα. Όλος ο τόπος είναι διάσπαρτος από μνημεία παλαιότερων εποχών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το κάστρο Zihra, όπως το ονομάζουν σήμερα οι Τούρκοι. Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ήταν το Χαρσιανό κάστρο, που έδωσε το όνομά του στο «Χαρσιανό Θέμα».

Ο συγγραφέας του Βίου Μιχαήλ Μαλεΐνου το αναφέρει ως «…έρυμμα…ανεπιχείρητον και βαρβαρικαίς εφόδοις δυσπρόσιτον, αφ’ εαυτού τη χώρα πάση μεταδεδωκός του ονόματος, την παλαιάν κλήσιν εναποσβέσαι φιλονικούν: της γαρ Καππαδοκών μοίρας καθέστηκεν ως πάσι δήλον και γνώριμον…». Οι Friedrich Hild και Marcell Restle αναφέρουν ότι η πόλη Σάριχα της Καππαδοκίας καταλήφθηκε στα παλαιοβυζαντινά χρόνια. Στα χρόνια του Λέοντα του 6ου εμφανίζεται ως επισκοπή. Το 904, σύμφωνα με τους ερευνητές αυτούς, υπήρχε στη Σάριχα το φημισμένο για τα θαύματά του μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, όπου φυλάσσονταν, μέσα σε χρυσό σταυρό, κομμάτι του Τιμίου Ξύλου. Το μοναστήρι αυτό λεηλατήθηκε το 1148 από τους Τούρκους. Στο λόφο Kiliseköy του Τσουχούρ, όπως επίσης στο Karakisle υπήρχαν μοναστήρια, ανάμεσα στα οποία και το μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού.

Ο Ercan Alimci αναφέρει ότι παρά τις επανειλημμένες επιθέσεις των Σελτζούκων και των άλλων μουσουλμάνων κατά της περιοχής αυτής, δεν κατόρθωσαν να την κατακτήσουν παρά μόνο γύρω στον 14ο αιώνα. Μετά την επικράτησή τους ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν ορισμένες μουσουλμανικές οικογένειες στο ελληνικό αυτό χωριό κι έχτισαν δικό τους τζαμί. Τα χρόνια εκείνα, οι χριστιανοί του κάστρου γκρέμισαν την παλιά εκκλησία τους κι έχτισαν στη θέση της, πάνω από μια σπηλιά, καινούργια εκκλησία. Σε έγγραφα του 1500 μ.Χ., το Τσουχούρ αναφέρεται ως «Sirfe».

Πολλοί Ρωμιοί του Τσοχούρ έφυγαν από το χωριό τους στις αρχές του 19ου αιώνα και αποίκησαν το Ρουμ Καβάκ.
Με την απογραφή του 1831, υπήρχαν 205 μουσουλμάνοι και 130 χριστιανοί άνδρες. Στο χωριό αυτό Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν μονιασμένοι και συναδελφωμένοι. Το 1899 έμεναν 600 τουρκόφωνοι Έλληνες μαζί με Αρμένιους και Τούρκους. Με βάση τους πίνακες των Ελλήνων που ήρθαν στην Ελλάδα το 1924, οι Έλληνες του Τσουχούρ το 1924 ήσαν 150 οικογένειες με 589 άτομα.

Οι Έλληνες Τσουχουριώτες, που είχαν όλοι τους πολλά στρέμματα με γόνιμα χωράφια, ασχολιόντουσαν βασικά με τη γεωργία. Καλλιεργούσαν σιτάρι, κριθάρι, λιναρόσπορο, φακές, ρεβίθια και πολλά αμπέλια, από τα οποία έβγαζαν πεντανόστιμο πετιμέζι και πολύ καλό κρασί: «Φάγαμε σταφύλια από τα αμπέλια τους και ήπιαμε κρασί από το κρασί τους, μονιασμένοι Έλληνες και Τούρκοι». Αυτά μας έλεγαν πριν λίγα χρόνια οι σημερινοί Τούρκοι κάτοικοι που ζουν στο Τσουχούρ (Οζβατάν). Πολλοί ασχολούνταν επίσης με τις οικοδομικές εργασίες ή ακόμα και ως μεταλλωρύχοι. Στο Τσοχούρ υπήρχαν περίπου 15 πολλοί υδρόμυλοι, οι οποίοι κινούνταν με τη δύναμη της ροής του παραπόταμου του Άλυ ποταμού που κυλάει στην κοιλάδα. Υπήρχαν επίσης και δύο ελαιοτριβεία˙ ένα πάνω από τη σπηλιά, κοντά στη μεγάλη εκκλησία και ένα στα νότια του χωριού, στα οποία παρήγαγαν λάδι από μπεζίρι. Στην τοποθεσία «Κιερέτσιρε» είχαν ασβεστοκάμινους όπου παρήγαγαν σημαντικές ποσότητες ασβέστη. Επίσης πολλοί Έλληνες του χωριού αυτού μετανάστευαν στη Σμύρνη και άλλες περιοχές για «να βρουν την τύχη τους».

Στο σχολείο του χωριού, τα τελευταία χρόνια πριν από την ανταλλαγή, μάθαιναν γράμματα περίπου 70 Έλληνες μαθητές.

Οι θεοσεβείς Ρωμιοί του Τσουχούρ είχαν δύο εκκλησίες. Τη μεγάλη εκκλησία του αγίου Νικολάου, με το πανέμορφο καμπαναριό, που χτίστηκε το 1834, και τη μικρή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που χτίστηκε το 1910. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, εφημέριος στη μεγάλη εκκλησία ήταν ο παπα-Λάζαρος Κουμρούογλου, ενώ στη μικρή εκκλησία ήταν εφημέριος ο παπα-Βασίλης Σουτόγλου. Ο παπα-Λάζαρος ήταν πρωτοπόρος ιερέας και βοήθησε πολύ το χωριό του με δημιουργία σημαντικών έργων, όπως γεφυριών, πηγαδιών και βρυσών. Ο παπα-Βασίλης είχε σπουδάσει στην ιερατική σχολή του Ζιντζίντερε. Ήταν γιατρός και βοηθούσε, δίχως διακρίσεις πίστεως, όλους τους κατοίκους του Τσουχούρ και της γύρω περιοχής.

Στο χωριό αυτό συνέβαινε και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον γεγονός σε ότι αφορά τα θέματα πίστεως. Όταν έκαναν λειτουργία οι χριστιανοί ιερείς στις εκκλησίες τους, πήγαιναν πολλές φορές και την παρακολουθούσαν χοτζάδες. Το ίδιο έκαναν και οι παπάδες των ορθοδόξων, οι οποίοι πήγαιναν και αυτοί και παρακολουθούσαν τη λατρεία των μουσουλμάνων στα τζαμιά τους. Με αυτές τις συμπεριφορές τους οι ταγοί και των δύο θρησκειών έφερναν ακόμα πιο κοντά τους δύο λαούς σε μια ειρηνική και φιλική συγκατοίκηση. Μάλιστα, επειδή ο άγιος Νικόλαος θεράπευε τους αλαφροΐσκιωτους και τους τρελούς, φέρνανε στην εκκλησία του αγίου Νικολάου και οι μουσουλμάνοι τα άτομά τους που είχαν τέτοια προβλήματα, τα οποία με το διάβασμα του παπά και τη βοήθεια του αγίου γίνονταν καλά.

Εκκλησιαστικά οι Ρωμιοί του Τσουχούρ ανήκαν στη μητρόπολη Καισαρείας.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι Τσουχουριώτες έφυγαν σε δύο ημερομηνίες. Το Μάρτιο του 1924 και το Σεπτέμβριο του 1924. Όπως σε όλα τα μεικτά χωριά, έτσι και σε αυτό ο αποχωρισμός αυτών που έφευγαν από αυτούς που έμεναν, ιδιαίτερα εκείνων που για διάφορους λόγους δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τους άλλους συμπατριώτες τους στο μεγάλο ξεριζωμό, ήταν δραματικός. Στη θέση των Ελλήνων πήγαν κι εγκαταστάθηκαν μουσουλμάνοι από τη Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι, ενώ οι περισσότεροι Έλληνες κάτοικοι του Τσοχούρ πήγαν κι εγκαταστάθηκαν στο Καππαδοκικό Καρδίτσας, στη Θηριόπετρα Αριδαίας και ορισμένοι στο Βόλο.

 

Το έπος του Διγενή Ακρίτα και ο καππαδοκικός βυζαντινός Ελληνισμός

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι το κάστρο του Χαρσιανού βρισκόταν στο Τσουχούρ Καππαδοκίας

…..
Από λογοτεχνική άποψη, αποτελεί το πρώτο γραπτό μνημείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρος ο τίτλος του έργου, έχει επικρατήσει να είναι «Βασίλειος Διγενής Ακρίτας». Ο καθηγητής του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας του Πόντου Σάββας Ιωαννίδης, που πρώτος μελέτησε και ανέλυσε τη χειρόγραφη παραλλαγή του έπους, το οποίο ανακαλύφθηκε στη Μονή Σουμελά το 1868, ονομάζει το έπος αυτό «Βασίλειος Διγενής Ακρίτης ο Καππαδόκης».

Σ’ αυτό το γεμάτο ηρωική πνοή πολύστιχο ποίημα υπάρχουν πολλά στοιχεία και ονόματα ιστορικά. Ποιος ήταν ιστορικά ο Διγενής, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν προφανώς Βασίλειος, είναι ένα πρόβλημα που απασχόλησε πολλούς ερευνητές. Όμως, όποιος και να ήταν, δεν έπαυσε ποτέ να είναι ο λαϊκός ήρωας, το σύμβολο των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Καππαδοκών Ελλήνων.

«Βασίλειος ο Διγενής και θαυμαστός Ακρίτης
των Καππαδόκων το τερπνόν και πανθαλές τε ρόδον
ο της ανδρείας στέφανος, η κεφαλή της τόλμης
πάντων των νέων ο τερπνός και πάγκαλος ανδρείος»,
όπως διαβάζουμε στο κείμενο της Άνδρου .

Η ιδιαίτερη πατρίδα του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα πρέπει να ήταν το Χαρσιανό θέμα, πρωτεύουσα του οποίου ήταν η Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος αναφέρει, ότι ο Κωνσταντίνος Δούκας ήταν στρατηγός του Χαρσιανού θέματος. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι το κάστρο του Χαρσιανού βρισκόταν στο Τσουχούρ Καππαδοκίας. Ο συγγραφέας του Βίου Μιχαήλ Μαλεΐνου αναφέρει ότι ήταν «…έρυμμα…ανεπιχείρητον και βαρβαρικαίς εφόδοις δυσπρόσιτον, αφ’ εαυτού τη χώρα πάση μεταδεδωκός του ονόματος, την παλαιάν κλήσιν εναποσβέσαι φιλονικούν: της γαρ Καππαδοκών μοίρας καθέστηκεν ως πάσι δήλον και γνώριμον…».

Πατέρας του Διγενή ήταν ο εμίρης της Μελιτηνής της Συρίας Μουσούρ και μητέρα του η Ειρήνη Δούκαινα, κόρη Έλληνα στρατηγού. Για να την παντρευτεί ο Μουσούρ, βαφτίστηκε χριστιανός. Γι’ αυτό ο Βασίλειος, που στις φλέβες του έτρεχε από τη μεριά της μητέρας του ελληνικό αίμα και από την πλευρά του πατέρα του αραβικό αίμα, ονομάστηκε Διγενής, επειδή κατάγονταν από δύο γένη. Για την προέλευση του ονόματος «Διγενής» υπάρχουν και άλλες απόψεις. Ο λαός πίστευε πως ο ήρωας δεν ήταν θνητός, αφού έκανε υπεράνθρωπα κατορθώματα, αλλά ούτε και Θεός. Άρα ήταν ημίθεος, με τον έναν γονέα του Θεό και τον άλλον άνθρωπο.

Ήταν δηλαδή Διογενής, από το οποίο προήλθε το όνομα Διογένης. Επίσης, επειδή ο ήρωας ήταν Καππαδόκης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το όνομα Διγενής προήλθε από το Διογένης, όνομα που συνηθίζονταν να έχουν πολλοί Καππαδόκες, όπως π.χ. ο Καππαδόκης αυτοκράτορας της βυζαντινής αυτοκρατορίας Ρωμανός Δ΄ Διογένης κ.ά.

Οι αγώνες των σκληροτράχηλων Ακριτών ενώθηκαν με τις παραδόσεις των Καππαδοκών και δημιουργήθηκαν στα ακριτικά τραγούδια ήρωες με υπεράνθρωπες και υπερφυσικές δυνατότητες. Δεν είναι ίσως λάθος να συνδυάσουμε την παράδοση για την προέλευση του ονόματος «Καππαδοκία» με τις υπερφυσικές δυνάμεις των Ακριτών, η οποία αναφέρει ότι η Καππαδοκία πήρε το όνομά της από τον παραπόταμο του Ευφράτη ποταμού Καππάδοξ ή Καππαδοξούν, το νερό του οποίου είχε υπερφυσικές ιδιότητες και όποιος έπινε από αυτό, άνδρας ή γυναίκα, γινόταν υπεράνθρωπος. Τα κατορθώματα των Ακριτών φούντωσαν τη φαντασία του λαού. Ίσως φαντάστηκαν πως οι άνθρωποι αυτοί έπιναν από το νερό του Καππαδοξούν και γίνονταν υπεράνθρωποι. Έτσι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την τιτάνια δύναμη και τα υπερφυσικά κατορθώματα που προσέδιδαν στον Διγενή Ακρίτα. Εκεί, στη μακρινή Καππαδοκία, όπου η φύση, με τα ηφαιστειακά πετρώματα, φαίνεται σα να είναι από μάρμαρο, ήταν τα «Μαρμαρένια Αλώνια» του Βασίλειου Διγενή Ακρίτα και των συναγωνιστών του.
……

 

 

2. Φωτογραφικό Υλικό από το Ρούμ Καβάκ (=Ελληνική Λεύκα) της Καππαδοκίας

Ρουμ Καβάκ (=Ελληνική Λεύκα)
Μετά το Τασλίκ, σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων, βρίσκεται το χωριό Ρούμκαβακ. Εκεί πήγαν και κατοίκησαν στις αρχές του 19ου αιώνα οικογένειες από το γειτονικό Τσοχούρ, το Ακ Νταγ Μαντέν και το Βαρασό .
Το 1899 έμεναν στο Ρουμ Καβάκ 700 τουρκόφωνοι Έλληνες, που ζούσαν αρμονικά μαζί με Αρμένιους και Τούρκους. Ήταν φτωχοί. Η κύρια ασχολία τους ήταν η γεωργία και η παραγωγή κάρβουνων. Το 1900 κατοικούσαν σ’ αυτό 90 ελληνικές οικογένειες, οι οποίες εκκλησιάζονταν στο ναό του αγίου Βασιλείου. Το 1924 πριν από την ανταλλαγή, έμεναν σ’ αυτό 184 ελληνικές οικογένειες αποτελούμενες από 756 άτομα.
Ένας δάσκαλος δίδασκε στο σχολείο του χωριού.
Εκκλησιαστικά ανήκαν στη μητρόπολη Καισαρείας.
Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών οι περισσότεροι κάτοικοι του Ρουμ Καβάκ εγκαταστάθηκαν στη Ζωοδόχο Πηγή,  στον Αμπελώνα Λάρισας, στο Ασβεσταριό, στο χωριό Θηριόπετρα και στα Γιαννιτσά του νομού Πέλλας .

 

                                                Συμεών Κ. Κοιμίσογλου
                                            Αποσπάσματα απο το βιβλίο
                                                «Κ Α Π Π Α Δ Ο Κ Ι Α»
                                                           Μνημείο
                                    Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς,
                                       Ελλήνων Ιστορία, Πίστη, Πολιτισμός.

 

 

 3. Φωτογραφικό Υλικό από την Αργυρούπολη Τραπεζούντας

 

Αργυρούπολη Τραπεζούντας

Πόλη του ν. Τραπεζούντας και έδρα της επαρχίας Χαλδίας, κάπου 100 χιλ. νότια της Τραπεζούντας. Λεγόταν και Κιουμουσχανέ, σαν τόπος αργύρου, για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε άλλοτε η πόλη και όλη η περιοχή. Η πόλη λεγόταν επίσης Καν και ο κάτοικος Κανέτες-Κανέτσα.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Αργυρούπολης εγκαταστάθηκαν εκεί αμέσως μετά την άλωση της Τραπεζούντας και γρήγορα έγινε κέντρο μεταλλωρύχων. Πρώτος ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄ , ο σύζυγος της Ποντίας Γκιούλ-Μπαχάρ από τη Λιβερά, έδωσε πολλά προνόμια στους αρχιμεταλλουργούς και η πόλη είχε αναπτυχθεί σε κέντρο ελληνισμού. Είχε τότε 60000 κατοίκους, το εμπόριο και οι τέχνες προόδεψαν και η Αργυρούπολη και όλη η Χαλδία βρισκόταν σε ακμή. Δείγμα της ανάπτυξης ήταν και η κοπή νομισμάτων με το όνομα Κιουμουσχανέ. Εκεί αναπτύχθηκε άριστα και η χρυσοχοία, η αγιογραφία και άλλες τέχνες. Βέβαια τον πλούτο και την ευμάρεια ακολούθησε η πνευματική ανάπτυξη. Είχε αλληλοδιδακτικό Σχολείο και Ελληνική Σχολή.

Δυστυχώς μετά την ακμή ακολουθεί και η παρακμή. Έλειψαν τα τεχνικά μέσα εκμετάλλευσης των μεταλλείων, ανακαλύφθηκαν νέα πλούσια μεταλλεία στο Ακ-Δαγ-Ματέν και στην Άργονη και επακολούθησε μεγάλη μετοίκιση μεταλλουργών Αργυρουπολιτών στα νέα μεταλλεία.
Μετά τα τραγικά γεγονότα του 1914-1922 λίγοι Αργυρουπολίτες κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία. Ένα μέρος αυτών εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Νάουσα όπου μετέφεραν και πολλά κειμήλια των ιερών ναών της Αργυρούπολης αλλά και την πολύτιμη βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου, με σπάνια χειρόγραφα και βιβλία. Σήμερα λειτουργεί άριστα αυτή η βιβλιοθήκη και αποτελεί κόσμημα για την πόλη της Νάουσας.

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
{


4. Θηριόπετρα Πέλλας

Η Θηριόπετρα είναι χωριό και δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Εξαπλατάνου. Βρίσκεται 16 χιλιόμετρα βόρεια της Αριδαίας σε υψόμετρο 285μ.

Το τοπωνύμιο του χωριού χωριό ήταν κατά το εγγύς παρελθόν Τρέστενικ και κατοικείτο από μουσουλμάνους της περιοχής που το εγκατέλειψαν βάσει της συνθήκης των Σεβρών που υποχρέωνε την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας με κριτήριο το θρήσκευμα. Ο οικισμός επανιδρύθηκε από πρόσφυγες από την Καππαδοκία και οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν καθ’ υπόδειξη της επιτροπής ανταλλαξίμων το 1924.

Το τοπωνύμιο Θηριόπετρα φέρεται πως δόθηκε από τον μακεδονομάχο παπα-Νίκανδρο (Παπαϊωάννου) όταν επισκέφτηκε τον οικισμό χωριό και βγαίνοντας από το τζαμί που λειτουργούσε πλεον ως χριστιανικός ναός, αντίκρισε στη σημερινή πλατεία, μια πολύ μεγάλη πέτρα.

Σήμερα αριθμοί 330 περίπου μόνιμους κατοίκους. Βάσει της απογραφής του ετους 2001 καταγράφηκαν 401 κάτοικοι. Το χωριό διατηρεί διθέσιο δημοτικό και νηπιαγωγείο. Στο χωριό δραστηριοποιείται λαογραφικός σύλλογος με την επωνυμία «ο Μέγας Βασίλειος», με πλούσια λαογραφική και πολιτιστική δραστηριότητα.

Το αγίασμα  του Άη-Γιάννη

Το αγίασμα της Θηριόπετρας Δυτικά της Θηριόπετρας υπάρχει μια επιβλητική χαράδρα εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς. Στο βάθος της χαράδρας και αριστερά του εισερχόμενου υπάρχει ένα θεόρατο σπήλαιο με αγίασμα αποδιδόμενο στη χάρη του Άη-Γιάννη. Πιθανολογείται ότι υπήρξε ασκηταριό της Μονής Προδρόμου.

[flv:/wp-content/plugins/carousel-free-video-gallery/videos/thiriopetra.flv 550 370]

 


Ιερέας π. Ιωάννης Γαλανόπουλος, Θηριόπετρα Ν. Πέλλας