Η απομόνωση δεν είναι φιλία με τον Θεό, αλλά φιλία του μοναχού...

Η απομόνωση δεν είναι φιλία με τον Θεό, αλλά φιλία του μοναχού με τον εαυτό του

34
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Καθηγουμένου της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας Αρχιμανδρίτη Ελισαίου που έγινε στην Αικατερίνμπουργκ στις 27/5/2016.

Σεβασμιώτατοι άγιοι Αρχιερείς, Πανοσιολογιότατοι Καθηγούμενοι και Οσιολογιώτατες Γερόντισσες, Σεβαστοί πατέρες και σεβαστές αδελφές,

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Δεχθήκαμε να ομιλήσουμε στην παρούσα μοναστική σύναξη, ανταποκρινόμενοι στην ευγενή πρόσκληση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αικατερινμπούργκ και Βερχοτουρί κ. Κυρίλλου και θέλοντες να συνδράμουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο στις εκδηλώσεις για τα 1.000 χρόνια παρουσίας των ρώσσων μοναχών στο Άγιον Όρος. Πριν προχωρήσουμε, σας στέλλομε τις ειλικρινείς ευχές μας και εκφράζουμε την βαθειά φιλαδελφία και αγάπη μας.

Το θέμα μας «Μόνωσις και απομόνωσις του μοναχού στο Κοινόβιο» είναι πολύ σημαντικό στην μοναχική πορεία του μοναχού, στην εσωτερική του ζωή και στην διακονία του.

Το Κοινόβιο που παριστάνει τα διεσκορπισμένα τέκνα του Θεού να γίνονται μία οικογένεια με αγάπη και διάθεση ο ένας να διακονεί τον άλλο, είναι μία συνοίκηση όχι ψυχρών ατόμων, αλλά συμπόρευση προσώπων που θέλουν να είναι ένα σώμα, να χαίρεται ο ένας την πνευματική πρόοδο του άλλου, να λατρεύουν και να προσκυνούν τον Κύριο με μία καρδιά και ένα στόμα, ο οποίος είναι η Κεφαλή όλου του σώματος της Εκκλησίας και κάθε εκκλησιαστικής και μοναστικής συνάξεως.

Η μόνωσις είναι μία προϋπόθεση ζωής η οποία δεν μπορεί ποτέ να εκλείψει από τον άνθρωπο, τον οποίον έκτισε ο Θεός με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να διαλέγεται μόνος του μετά του Θεού. Αυτή η προϋπόθεση της μονότητος του ανθρώπου στον τόπο που αγωνίζεται του δίνει την χάριν να συνομιλεί με τον Θεόν ενώπιος ενωπίω.

Όμως την μόνωση η Εκκλησία δεν την έθεσε ποτέ μακριά από την κοινότητα, την οικογένεια του Κοινοβίου. Η κοινωνία είναι το σκαλοπάτι που ανεβάζει τον μοναχό στην ζωή της μονώσεως, η οποία μόνωση με την σειρά της είναι μία τέλεια κοινωνία πλέον με τον Θεόν. Ίσως από κάποιους υποστηρίζεται η άποψη ότι ο μοναχός είναι κάποιος που απομακρύνθηκε από την κοινωνική ζωή και επομένως είναι μη κοινωνικός. Μάλλον όμως το αντίθετο συμβαίνει.

Οι κοσμικοί άνθρωποι αποτελούν κοινωνία, αλλά έχουν το τρέξιμο της καθημερινότητος και την μέριμνα του κόσμου. Κυνηγούν τα μάταια και φευγαλέα πράγματα του παρόντος αιώνος. Ο μοναχός είναι πάντοτε άνθρωπος που ζει σε κοινωνία με τους άλλους. Αν βέ-βαια ζει με πέντε ή με πενήντα, είναι θέμα της εκλογής του. Πάντοτε όμως έχει να κάνει με ανθρώπους.

Η αληθινή όμως κοινωνία είναι προϋπόθεση της πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό η αληθινή κοινωνία επιτυγχάνεται στην εργασία, στην σιωπή και ιδιαίτερα στην λατρεία. Αυτή η κοινωνία αποδεικνύει τον άνθρωπο σοφό. Όταν είναι στην λατρεία, εκεί είναι ο Θεός, οι άγιοι, όλη η κτίση. Όταν κανείς ζει μέσα στο σώμα της λατρείας, ζει στην κατάνυξη και την ζεστασιά αυτής της Λατρείας, είναι αδύνατον να θέλει εξωτερικές διαχύσεις και διασκεδάσεις. Έχει όλη την αίσθηση και την βίωση της ενότητας του σώματος της Εκκλησίας και της συνυπάρξεως και συμπορεύσεως με τους άλλους.

Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να αισθάνεται τον συνάνθρωπό του, να τον χαίρεται, να τον ακολουθεί, να συμπορεύεται μαζί του, ο ακοινώνητος, ο απομονωτικός -όχι ο άνθρωπος της πνευματικής, αλλά της ψυχικής μονώσεως- είναι ανίκανος να προσευχηθεί, να κάνει νήψι, να ενωθεί με τον Θεόν.

Η νήψις, η οποία φαίνεται «εξωτερικά» μία πράξη άκρας μονώσεως, είναι εν τέλει μία ενέργεια που δεν την κάνει μόνος του ο μοναχός, αλλά παρακολουθώντας κάποιον άλλον. Συγκεκριμένα η νήψις, η εγρήγορση του νου, είναι η κατ’ εξοχήν λειτουργία του πνεύματός μας, το κυνηγητό και η παρακολούθηση του Αγίου Πνεύματος, ό,τι ανώτερο δηλαδή έχει χαρίσει στην ανθρώπινη ύπαρξη ο Θεός. Ο νους μας, το πνεύμα μας εγγίζει προς τον Θεόν και μας ενώνει μαζί του.

Νήψις επομένως είναι η μέθεξη του Αγίου Πνεύματος, το κατ’ εξοχήν έργο και κατόρθωμα των μοναχών ως αποστόλων. Διότι, ποιός είναι απόστολος και ποιό είναι το έργο του; Απόστολος είναι αυτός που είδε και εκλήθη από τον Θεόν, που ενεργείται από τον Θεόν και με αυτήν την θεοφορία του μεταδίδει τον Θεόν στους άλλους. Αυτό ακριβώς είναι το έργον της μοναχικής μας πολιτείας.

Συνεπώς η νήψις είναι μία εν μονώσει ενέργεια, αλλά αποτελεί μία εσωτερική κοινωνία, μία αληθινή συνομιλία του μοναχού με τον Θεόν, μία -θα λέγαμε- μυστική έκφραση της αγάπης του Θεού στον μοναχό και της αγάπης του μοναχού στον Θεόν. Η νήψις δηλαδή αποτελεί την υπέρτατη εκδήλωση «κοινωνίας θείας φύσεως», κατά τον Απόστολο, και η οποία εκφράζεται ιδιαίτατα στην ερημητική ζωή, στους ησυχαστές, με τους οποίους όλοι θέλομε να επικοινωνούμε. Θέλομε να συμμετέχουμε στο θείο φως τους, να παίρνουμε από την λάμψη τους, από την χάριν τους, να δεχόμαστε τις συμβουλές τους σαν από το στόμα του Θεού. Να τους προσκυνούμε όπως τον Χριστόν. Αυτό το ζούμε και με τους παλαιούς, αλλά και με τους συγχρόνους, αγίους μας. Ποιοί είναι οι πιο αγαπητοί μας άγιοι; Οι ησυχαστές. Με αυτούς τους εν μονώσει αγίους νιώθουμε την πληρότητα της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος και τον φωτισμό Του, αυτοί νιώθουμε ότι μας καταλαβαίνουν και μας αποκαλύπτουν τον πραγματικό μας εαυτό, τις αμαρτίες, αλλά και τις καλές μας εφέσεις.

Η έκφραση της αληθινής μονώσεως του μοναχού έχει τα χαρακτηριστικά της χαράς, του σεβασμού, της προθυμίας και της ειρήνης. Απόδειξη της γνησιότητας αυτών των χαρακτηριστικών είναι η προς τους άλλους αγάπη και ότι η καρδιά του μοναχού είναι ανοικτή, «πλήρης», όπως λέγει ο Γέροντας, «απλότητος, ειλικρίνειας», χωράει τον άλλον όπως είναι. Δεν παρατηρούνται ιδιαίτερες φιλίες και αλλότρια ενδιαφέροντα, δεν παρατηρεί ο ένας τον άλλον, «δεν πλήττει την καρδίαν του άλλου», δεν συμπεριφέρεται με αστεϊσμούς, αντίσταση, αντιλογία ή περιφρόνηση προς τον άλλο, δεν φιλονικεί, κοπιάζει με ιδρώτα χωρίς να γογγύζει, εναλλάσσει ευχάριστα την διακονία ή την υπακοή, προσδίδει χαρά στην αδελφότητα και συμβάλλει στην ενότητά της. Ο μοναχός έτσι έχει μέσα στον κοινό στίβο τον προσωπικό του αγώνα για να επιτύχει την μίμηση του Χριστού κατά το μέτρο της κλήσεως του καθενός.

Η διατήρηση της αληθινής μονώσεως μέσα στην κοινωνία των άλλων «που αποτελεί τον ιδανικό συνδυασμό χρειάζεται κάποιες προϋποθέσεις, κάποια εγρήγορση, κάποιον κόπο. Αναφέραμε ήδη μερικά απ’ αυτά όπως τα παρέδωσε ο Γ. Αιμιλιανός και τα οποία εξηγούμε αναλυτικότερα παρακάτω.

Λέγει λοιπόν, όλοι μας θέλομε να νιώθουμε κατάφαση της υπάρξεώς μας μέσα στο περιβάλλον. Δεν μπορούμε να ζήσουμε φυσιολογική ζωή εάν δεν νιώθουμε ότι μας αγαπούν, ότι μας εκτιμούν, ότι μας υπολογίζουν, ότι μας σέβονται και μας αναγνωρίζουν.

Αλλά για να μας αγαπούν, να μη μας αποδίδουν κατηγορίες, πρέπει να έχουμε σεμνότητα. Να γινόμαστε σεβαστοί. Να έχουμε τέτοια συμπεριφορά που να μην μπορούν οι άλλοι να μας πουν τίποτε. Ελεύθεροι, χαρούμενοι άνθρωποι, οι οποίοι παρίστανται ενώπιον του Θεού, αλλά και στέκονται σωστά απέναντι στους ανθρώπους.

Διότι, για να μη σε υπολογίζει ο άλλος, για να μη σε θέλει, να μη σε εκτιμά, σημαίνει ότι του δίνεις δικαιώματα και αφορμές. Δείχνεις ότι δεν τον αγαπάς, δεν θυσιάζεσαι, δεν κουράζεσαι, δεν συμπεριφέρεσαι με σεβασμό. Ο μοναχός που πετυχαίνει στην κοινωνία του μοναστηριού, που είναι κοινωνία αγίων πρώτιστα και μετά οργανισμός, ξεπερνά τα ανθρώπινα και πορεύεται «άμωμος εν οδώ», άμωμος σε κάθε αναστροφή που λέγει και ο Απόστολος.

Θέλει να διατηρήσει ο μοναχός την ατμόσφαιρα της αληθινής σχέσεως με τον Θεόν και τους ανθρώπους; Τότε προσέχει να μη ζηλεύει, να μην ακούγεται συνεχώς η φωνή του, να μη διαβάλλει, να μην αντιλέγει, να μην παραπονείται, να μη ζητά δικαιώματα, αλλά να καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο για ό,τι του συμβαίνει. «Είμαι άξιος για αυτά που παθαίνω». Αν και συνήθως ο μοναχός δικαιολογεί πάντα τον εαυτό του, αυτό όμως δεν έχει σημασία, διότι ο Θεός δεν σκέπτεται έτσι. Ο Θεός λαμβάνει υπ’ όψιν Του αυτό που σκέφθηκε ο άλλος για σένα. «Για σένα», λέγει ο Γ. Αιμιλιανός, «θα ρωτήσει τον άλλον και για τον άλλον εσένα».

Ακόμη πρέπει να επιμελείται ο μοναχός τον χρόνο του. Ο αββάς Ησαΐας λέγει το διακόνημά σας να μη γίνεται αφορμή να αφήνετε την μελέτη σας, εννοώντας την ζωή του κελλιού και την λατρεία. Η εργασία εργασία και η μελέτη μελέτη, διότι το κάθε πράγμα έχει την δική του θέση και το εγχείρημα του αγιασμού μέσα στο μοναστήρι είναι κοινό για όλους. Πρέπει να δίνει ο μοναχός την δύναμή του στο διακόνημα, αλλά το διακόνημα δεν μπορεί να απορροφά όλο τον χρόνο και την σωματική ικμάδα του ώστε να μη μπορεί να κάνει «τα πνευματικά του», όπως λένε στο Άγιον Όρος.

Χρειάζεται ακόμη ο μοναχός να προσέχει τις σχέσεις του με τους άλλους. Διότι, όπως αναφέρει ο Γέροντας, η απόσταση και η σιωπή είναι δύο στοιχεία συνδετικά των ανθρώπων, ενώ η συζήτηση και η πολλή επαφή, τα πολλά λόγια, είναι διαλυτικά στοιχεία. Βασική προϋπόθεση της πνευματικής ζωής είναι οι συναντήσεις να είναι μόνο στην εργασία, στην λατρεία και, πιο σπάνια, σε προσωπική εποικοδομητική αναστροφή.

Η κοινή εργασία, η παγκοινιά, ενώνει τους ανθρώπους, ενώ οι συζητήσεις και η συνεχής επικοινωνία και μάλιστα κατ’ ιδίαν ή στα κελλιά, μας απομονώνουν στο σκοτάδι μας και στην μετάδοση, όχι του Θεού, αλλά του εαυτού μας στον άλλον, δημιουργούν μερισμό και διάσταση και εγκαθίσταται ο εγωισμός που διαλύει τα πάντα.

Μέσα στην πραγματική μόνωση ξυπνά το πνεύμα μας, το οποίον εγείρεται αμέσως και κράζει σε κοινωνία το Άγιον Πνεύμα. Όπως το κάτοπτρο, ερχόμενο σε επικοινωνία με το φως, αμέσως μεταβάλλει το κάθε τι σε φως, έτσι και το πνεύμα μας μπορεί να μας αλλοιώσει, μόλις θα εισέλθει μία ηλιαχτίδα του πνευματικού φωτός. Αυτό μας ενώνει με τον Θεό και με τους άλλους.

Στον αντίποδα της μοναχικής μονώσεως κάθεται η απομόνωση. Η απομόνωση δεν είναι φιλία με τον Θεό, αλλά φιλία του μοναχού με τον εαυτό του. Έχει αφετηρία πολλές αφορμές που σχετίζονται με ψυχολογικές ευαισθησίες του προσώπου ή σωματικές αδυναμίες και ασθένειες είτε με τον χαρακτήρα και μειονεξίες είτε με απόδοση ευθυνών στους άλλους και τις συνθήκες, αλλά στο βάθος η αιτία είναι η βαθειά αγάπη του εγώ, η φιλαυτία, και ακολουθεί το κλαδί της, ο εγωισμός με τα συνεπακόλουθα.

Τα συμπτώματα είναι γνωστά και πολλά. Γογγυσμός, ραθυμία, καχυποψία, κριτική των αλλοτρίων πράξεων, ανυπακοή, επιμονή στην γνώμη, ακαταστασία και αλλαγή τόπων, ενίοτε φλυαρία και καταφυγή στους άλλους, τάσεις για διάκριση με περισσότερη άσκηση ή νηστεία ή προσευχή, περιφρόνηση της πρακτικής κοινοβιακής ζωής, υπερβολική υπεράσπιση των τυπικών και της παραδόσεως, μελαγχολία καλυμμένη με σιωπή, διεκδίκηση του δικαίου και προ παντός αντίδραση στις συμβουλές και παρατηρήσεις.

Όλα τα ως άνω προδίδουν έλλειψη ταπεινώσεως και πλούσια εκτροφή του εγώ.

Λέγει ο Γ. Αιμιλιανός στην ερμηνεία του Αββά Ησαΐα: Ο αδελφός μου, που είναι πλάι μου, εργάζεται καλά; δεν εργάζεται καλά; είναι καλός; είναι κακός; Με οποιονδήποτε τρόπο και αν τον τοποθετήσεις απέναντί σου, ευθύς χάνεις τον Θεόν. Εάν τον κρίνεις ως καλόν, θα σου επιτεθεί μετά ο λογισμός και θα νιώσεις απογοήτευση ή μειονεξία και θα τα βάλεις με τον Θεόν. Αν τον βγάλεις κατώτερο από σένα, θα πέσεις στον εγωισμό. Έτσι, κρίνεις τον άνθρωπο και χάνεις τον Θεό.

Η γνώμη που έχομε για κάποιον, ακόμη και ο λογισμός, γίνεται αφετηρία και αιτία απομονώσεώς μας από αυτόν. Τότε η κοινωνικότητά μου γίνεται απομόνωση. Μόλις θέσω τον εαυτό μου έναντι ενός ανθρώπου κατά τρόπον κριτικό ή λογιστικό, ευθύς αμέσως υψώνω οχυρά τείχη ανάμεσα σε μένα και σε εκείνον. Από την ημέρα εκείνη χωρίζομαι από τον αδελφό μου και εν συνεχεία από την αδελφότητα.

Συνήθως όταν κρίνω, τους βγάζω όλους άχρηστους. Αυτός δεν δουλεύει καλά, εκείνος δεν προσεύχεται, δεν έχει πίστη, ο άλλος δεν έχει αγάπη, δεν έχει ελπίδα… Μέσα σε ελάχιστο χρόνο λογισμών, είναι δυνατόν να γίνει το μυαλό μου ένας τόπος πλήρης ναυαγίων, διότι, δεν είναι δυνατόν, όταν βάλω τον νου μου, να μη βγάλει τους άλλους άχρηστους. Και αν δεν ξέρω εγώ όλα τα άσχημα του άλλου, θα τα βρει ο σατανάς.

Πηγή