2. Η καταστροφή των Σοδόμων και των Γομόρρων

2. Η καταστροφή των Σοδόμων και των Γομόρρων

7268
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

gomorrah

Η καταστροφή των Σοδόμων – Γομόρων

Η καταστροφή των Σοδόμων και Γομόρων αναφέρεται στα κεφάλαια Κεφαλαία  ΙΗ΄ και  ΙΘ΄της Γενέσεως (Παλαιά Διαθήκης). Τα κεφάλαια αυτά είναι από τα παραδοξότερα κεφάλαια τής Γραφής, και φανερώνουν την διάκριση εν τω Θεώ προσώπων και αποδεικνύουν περιτράνως την Τριαδικότητα τού Θεού.

Το Τριαδολογικό αποτελεί και το βασικότερο τών δογμάτων τής Χριστιανικής πίστεως. Άλλωστε η πληθώρα τών διαφόρων Αντιτριαδιστών, αλλά και τών συγχρόνων νοσταλγών τού Αρείου, αυτοαποκαλουμένων Μαρτύρων τού Ιεχωβά, επιβάλλει να μην είμεθα αδιάφοροι εις το συγκεκριμένο δόγμα και να είμαστε προσεκτικοί στις πηγές μας διότι η Εταιρία «Σκοπιά» έχει διδάξει έναν Θεό εντελώς διαφορετικό απ’ Αυτόν που είναι εις την πραγματικότητα, τον Οποίον έχουν σχεδόν όλοι οι ακόλουθοί της επιπολαίως και αβασανίστως υιοθετήσει κι εγκολπωθεί. Χρειάζεται λοιπόν πολλή προσοχή γιατί στην Βικιπαίδεια και όχι μόνο, γράφουν πολλοί Ιεχωβίτες.

Ας διαβάσουμε λοιπόν την Ορθόδοξη Ερμηνεία από το ιερό κείμενο.

Μετάφραση τν βδομήκοντα  Ερμηνεία Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα                  
1 ΩΦΘΗ δ ατ Θες πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ, καθημένου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ μεσημβρίας.1 Εφανερώθηκε δε ο Θεός στον Αβραάμ, που ήτο κοντά εις την δρυν Μαμβρή και εκάθητο εις την θύραν της σκηνής του κατά τον Νότον.
2 ἀναβλέψας δέ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε, κα δο τρες νδρες εἱστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ· καὶ ἰδὼν προσέδραμεν εἰς συνάντησιν ατος ἀπὸ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν.2 Εσήκωσε τα μάτια του ο Αβραάμ και είδεν αίφνης τρεις άνδρας ορθίους απέναντι του. Αμέσως ετρεξεν εις συνάντησίν Των από την θύραν της σκηνής του, προσεκύνησεν αυτούς έως στο έδαφος.
3 καὶ εἶπε· κριε, εἰ ἄρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου·3 Και είπε· “Κύριε, εάν τυχόν ευρήκα χάριν ενώπιόν σου, σε παρακαλώ μη καταφρονήσης τον δούλον σου·
4 ληφθήτω δὴ ὕδωρ, καὶ νιψάτωσαν τοὺς πόδας μν, καὶ καταψξατε ὑπὸ τὸ δένδρον·4 ας μου επιτραπή, λοιπόν, να φέρω νερό και οι δούλοί μου να νίψουν τους πόδας σας, και να δροσισθήτε κάτω από το δένδρον.
5 καὶ λήψομαι ἄρτον, καὶ φγεσθε, καὶ μετὰ τοῦτο παρελεσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν μν, οὗ ἕνεκεν ξεκλνατε πρὸς τὸν παῖδα μν. καὶ επαν· οὕτω ποίησον, καθὼς εἴρηκας.5 Εγώ δε θα ετοιμάσω και θα σας φέρω φαγητόν, δια να φάγετε, έπειτα δε θα συνεχίσετε τον δρόμον σας, από τον οποίον παρεξεκλίνατε έως εμέ, τον δούλον σας, δια να μου κάμετε την τιμήν να σας περιποιηθώ”. Εκείνοι δε είπαν· “κάμε όπως είπες”.

ο Θεός (Ο΄) ή Γιαχβέ (Εβρ. – יְהוָ֔ה) ενεφανίσθη εις τον Αβραάμ παρά την δρυν Μαμβρή. Υψώσας δε ο Αβραάμ τούς οφθαλμούς του παραδόξως είδε ΤΡΕΙΣ άνδρες. Παραδόξως πάλι και κατά θεία προφανώς παρόρμηση, εις τον στίχ. 3, τούς προσφωνεί σε ενικό δια του «Κύριε» (Adonai – אֲדֹנָ֗י), ενώ εις τούς αμέσως επομένους στίχ. 4 και 5 ομιλεί προς αυτούς σε πληθυντικό («νίψατε τούς πόδας σας», «αναπαύθητε», «στηρίξατε την καρδίαν σας», «θέλετε παρέλθει», «επεράσατε», σύμφωνα με τη μετάφραση του Εβραϊκού κειμένου υπό του Νεοφύτου Βάμβα).

ΓΕΝΕΣΙΣ (ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ) – ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 (ΙΗ): στίχ. 9-33

Μετάφραση τν βδομήκονταΑπόδοση  Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα
9 Επε δὲ πρὸς αὐτόν· ποῦ Σάρρα ἡ γυνή σου; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἰδοὺ ἐν τῇ σκηνῇ.9 Είπε δε προς αυτόν ένας από τους φιλοξενουμένους· “που είναι η γυναίκα σου η Σαρρα;” Ο δε Αβραάμ απεκρίθη· “ιδού ευρίσκεται εις την σκηνήν”.
10 επε δέ· ἐπαναστρέφων ἥξω πρὸς σὲ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον εἰς ὥρας, καὶ ἕξει υἱὸν Σάρρα ἡ γυνή σου. Σάρρα δὲ ἤκουσε πρὸς τῇ θύρᾳ τῆς σκηνῆς, οὖσα ὄπισθεν αὐτοῦ.10 Είπε δε ο ξένος αυτός προς τον Αβραμ· “όταν το επόμενον έτος κατά την εποχήν αυτήν επιστρέφων έλθω προς σέ, η Σαρρα, η σύζυγός σου, θα έχη τέκνον”. Η δε Σαρρα, ευρισκομένη εις την θύραν της σκηνής πίσω από τον Αβραάμ ήκουσε τα λόγια αυτά του ξένου.
11 ῾Αβραὰμ δὲ καὶ Σάρρα πρεσβύτεροι προβεβηκότες ἡμερῶν, ἐξέλιπε δὲ τῇ Σάρρᾳ γίνεσθαι τὰ γυναικεῖα.11 Ο Αβραάμ και η Σάρρα ήσαν γέροντες, προχωρημένοι εις τα χρόνια, εις δε την Σαρραν έπαυσαν πλέον να υπάρχουν τα συμπτώματα της γονιμότητας.
12 ἐγέλασε δὲ Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· οὔπω μέν μοι γέγονεν ἕως τοῦ νῦν, ὁ δὲ κύριός μου πρεσβύτερος.12 Εγέλασε δε η Σάρρα από μέσα της λέγουσα· “μέχρι σήμερα δεν απέκτησα υιόν και θα αποκτήσω τώρα ! Αλλωστε ο σύζυγός μου είναι γέρων”.
13 καὶ επε Κύριος πρὸς ῾Αβραάμ· τί ὅτι ἐγέλασε Σάρρα ἐν ἑαυτῇ, λέγουσα· ἆρά γε ἀληθῶς τέξομαι; ἐγὼ δὲ γεγήρακα.13 Είπε δε προς τον Αβραάμ ο ξένος εκείνος, ο οποίος ήτο ο Θεός· “διατί εγέλασεν η Σαρρα από μέσα της λέγουσα· Θα γεννήσω πράγματι παιδί; Εγώ έχω πλέον γηράσει!
14 μὴ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ ρῆμα; εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον ἀναστρέψω πρὸς σὲ εἰς ὥρας· καὶ ἔσται τῇ Σάρρᾳ υἱός.14 Μήπως υπάρχει τίποτε αδύνατον δια τον Θεόν; Λοιπόν, το επόμενον έτος και κατά την εποχήν αυτήν θα επιστρέψω εις σέ· και η Σάρρα θα έχη παιδί”.
15 ἠρνήσατο δὲ Σάρρα λέγουσα· οὐκ ἐγέλασα· ἐφοβήθη γάρ. καὶ επεν αὐτῇ· οὐχί, ἀλλὰ ἐγέλασας.15 Η δε Σαρρα, επειδή εφοβήθη, ηρνήθη λέγουσα· “δεν εγέλασα”. Είπεν όμως προς αυτήν ο Κύριος· “όχι! εγέλασες”.
16 ᾿Εξαναστάντες δὲ ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες κατέβλεψαν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων καὶ Γομόρρας. ῾Αβραὰμ δὲ συνεπορεύετο μετ᾿ αὐτῶν συμπροπέμπων αὐτούς.16 Οι φιλοξενούμενοι τρεις άνδρες ηγέρθησαν από το τραπέζι, έστρεψαν το πρόσωπόν των προς τα Σοδομα και τα Γομορρα και επορεύοντο προς αυτά. Μαζή δε με αυτούς και προπέμπων αυτούς επορεύετο και ο Αβραάμ.
17 ὁ δὲ Κύριος επεν· οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ ῾Αβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ.17 Είπε δε τότε ο Κυριος· “δεν θα κρύψω εγώ από τον Αβραάμ, τον δούλον μου, αυτά, τα οποία θα κάμω.
18 ῾Αβραὰμ δὲ γινόμενος ἔσται εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολύ, καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς.18 Ο Αβραάμ θα αναδειχθή γενάρχης, πατριάρχης μεγάλου και ισχυρού έθνους και δι’ αυτού θα λάβουν τας θείας ευλογίας όλοι οι λαοί της γης.
19 ᾔδειν γὰρ ὅτι συντάξει τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ μετ᾿ αὐτόν, καὶ φυλάξουσι τὰς ὁδοὺς Κυρίου ποιεῖν δικαιοσύνην καὶ κρίσιν, ὅπως ἂν ἐπαγάγῃ Κύριος ἐπὶ ῾Αβραὰμ πάντα, ὅσα ἐλάλησε πρὸς αὐτόν.19 Διότι εγώ εγνώριζον απ’ αρχής ότι ο πιστός και ενάρετος Αβραάμ θα διδάξη τα τέκνα του, εφ’ όσον ζη, και δι’ αυτών τους απογόνους του που θα γεννηθούν υστέρα απ’ αυτόν, να τηρούν τας εντολάς του Κυρίου, ώστε να ζουν δικαιοσύνην και να εφαρμόζουν δικαίαν κρίσιν, δια να αποστείλη ο Κυριος στον Αβραάμ και τους απογόνους αυτού όλα όσα του έχει υποσχεθή”.
20 είπε δὲ Κύριος· κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με, καὶ αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα.20 Είπε δε εν συνεχεία ο Κυριος· “κραυγαί πολλαί από τα Σόδομα και την Γομόρραν ανέρχονται προς εμέ· αι αμαρτίαι των είναι πάρα πολύ μεγάλαι.
21 καταβς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ.21 Θα καταβώ, λοιπόν, εκεί, δια να ίδω, εάν πράγματι αι αμαρτίαι των είναι όπως αι κραυγαί που ανέρχονται προς εμέ ή όχι. (Οπωσδήποτε) θέλω να μάθω”!
22 καὶ ἀποστρέψαντες ἐκεῖθεν οἱ ἄνδρες ἦλθον εἰς Σόδομα. ῾Αβραὰμ δὲ ἔτι ἦν ἑστηκὼς ἐναντίον Κυρίου.22 Δύο δε από τους ξένους αυτούς άνδρας ανεχώρησαν από εκεί και ήλθαν εις τα Σόδομα. Ο Αβραάμ ήτο όρθιος εκεί πλησίον του Κυρίου.
23 καὶ ἐγγίσας ῾Αβραὰμ εἶπε· μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής;23 Επλησίασε τον Κύριον και του είπε· “θα καταστρέψης τάχα τον δίκαιον μαζή με τον ασεβή και θα είναι ο δίκαιος εις την αυτήν θέσιν, όπως και ο ασεβής;
24 ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; οὐκ ἀνήσεις πάντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ;24 Εάν ευρίσκωνται πενήντα δίκαιοι εις την πόλιν αυτήν, θα καταστρέψης και αυτούς μαζή με τους πονηρούς; Δεν θα αφήσης άθικτον όλην την πόλιν ένεκα των πεντήκοντα αυτών δικαίων, οι οποίοι θα ευρίσκωνται εις αυτήν;
25 μηδαμῶς σὺ ποιήσεις ὡς τὸ ρῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής. μηδαμῶς· ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν;25 Ποτέ συ ο δίκαιος Θεός δεν θα κάμης κάτι τέτοιο, να φονεύσης δηλαδή τον δίκαιον μαζή με τον ασεβή, ώστε να έχη ο δίκαιος την αυτήν τύχην με τον ασεβή. Ποτέ δεν θα κάμης κάτι τέτοιο. Λοιπόν, συ ο δίκαιος κριτής όλης της οικουμένης δεν θα κάμης και εις την περίστασιν αυτήν δικαίαν κρίσιν;”
26 εἶπε δὲ Κύριος· ἐὰν ὦσιν ἐν Σοδόμοις πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀφήσω ὅλην τὴν πόλιν καὶ πάντα τὸν τόπον δι᾿ αὐτούς.26 Απήντησεν ο Κύριος· “εάν υπάρχουν εις την πόλιν των Σοδόμων πενήντα δίκαιοι, εγώ χάριν αυτών θα αφήσω άθικτον όλην την πόλιν και την περιοχήν αυτής”.
27 καὶ ἀποκριθεὶς ῾Αβραὰμ εἶπε· νῦν ἠρξάμην λαλῆσαι πρὸς τὸν Κύριόν μου, ἐγὼ δέ εἰμι γῆ καὶ σποδός·27 Λαβών τον λόγον και πάλιν ο Αβραάμ είπε· “έχω ήδη αρχίσει να ομιλώ προς τον Κυριον, αν και εγώ είμαι χώμα και στάκτη. Επίτρεψέ μου να ερωτήσω και πάλιν.
28 ἐὰν δὲ ἐλαττονωθῶσιν οἱ πεντήκοντα δίκαιοι εἰς τεσσαρακονταπέντε, ἀπολεῖς ἕνεκεν τῶν πέντε πᾶσαν τὴν πόλιν; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ τεσσσαρακονταπέντε.28 Εάν ελαττωθούν οι πενήντα δίκαιοι εις σαράντα πέντε, ένεκα των πέντε δικαίων που θα λείπουν, θα καταστρέψης την πόλιν;” Και είπεν ο Θεός· “δεν θα την καταστρέψω, εάν εύρω εκεί σαράντα πέντε δικαίους”.
29 καὶ προσέθηκεν ἔτι λαλῆσαι πρὸς αὐτόν, καὶ εἶπεν· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τεσσαράκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τεσσαράκοντα.29 Ετόλμησεν ο Αβραάμ να ομιλήση ακόμη προς τον Θεόν και είπε· “εάν ευρεθούν εκεί σαράντα διικαιοι, θα καταστρέψης την πόλιν;” Απήντησεν ο Θεός· “δεν θα την καταστρέψω ένεκα των τεσισαράκοντα δικαίων”.
30 καὶ εἶπε· μή τι κύριε, ἐὰν λαλήσω; ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ τριάκοντα; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν τριάκοντα.30 Είπεν ακόμη ο Αβραάμ· “μήπως, Κυριε, θα οργισθής, εάν και πάλιν ομιλήσω; Εάν ευρεθούν εκεί τριάκοντα δίκαιοι;” Και είπεν ο Θεός· “προς χάριν αυτών των τριάκοντα δεν θα καταστρέψω την πόλιν”.
31 καὶ εἶπεν· ἐπειδὴ ἔχω λαλῆσαι πρὸς τὸν κύριον· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ εἴκοσι; καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω, ἐὰν εὕρω ἐκεῖ εἴκοσι.31 Είπε πάλιν ο Αβραάμ· “Ας με συγχωρήσει ο Κυριος επειδή έχω ακόμη κάτι να ερωτήσω αυτόν. Εάν ευρεθούν εκεί είκοσι;” Και είπεν ο Θεός· “Και είκοσι εάν εύρω εκεί, δεν θα καταστρέψω την πόλιν”.
32 καὶ εἶπε· μήτι κύριε, ἐὰν λαλήσω ἔτι ἅπαξ· ἐὰν δὲ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ δέκα;

 

καὶ εἶπεν· οὐ μὴ ἀπολέσω ἕνεκεν τῶν δέκα.

32 Είπε δε ο Αβραάμ· “Μήπως Κύριε, θα οργισθής εναντίον μου εάν υποβάλω μίαν ακόμη ερώτησιν; Εάν ευρεθούν εκεί δέκα;”

Απήντησεν ο Θεός· “δεν θα καταστρέψω την πόλιν προς χάριν αυτών των δέκα”.

33 ἀπῆλθε δὲ ὁ Κύριος, ὡς ἐπαύσατο λαλῶν τῷ ῾Αβραάμ, καὶ ῾Αβραὰμ ἀπέστρεψεν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.33 Όταν δε έπαυσε πλέον να ομιλή ο Αβραάμ, ανεχώρησεν ο Θεός· και ο Αβραάμ επανήλθεν στον τόπον του.
    Όπως είδαμε, αφού οι τρεις άνδρες (Αγία Τριάς) εφιλοξενήθησαν από τον Αβραάμ, ανεχώρησαν προς τα Σόδομα. Τότε κατά τούς στίχ. 20-21 ο Κύριος-Γιαχβέ είπε «κραυγαί πολλαί από τα Σόδομα και την Γομόρραν ανέρχονται προς εμέ· αι αμαρτίαι των είναι πάρα πολύ μεγάλαι. Θα καταβώ, λοιπόν, εκεί, δια να ίδω, εάν πράγματι αι αμαρτίαι των είναι όπως αι κραυγαί που ανέρχονται προς εμέ ή όχι».

 

ΓΕΝΕΣΙΣ (ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ) – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ΄ (19ο), στίχ. 1-25

Μετάφραση τῶν ἙβδομήκονταΕρμηνεία Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα
1 ΗΛΘΟΝ δὲ οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας· Λὼτ δὲ ἐκάθητο παρὰ τὴν πύλην Σοδόμων. ἰδὼν δὲ Λώτ, ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν.1 Κατά δε την εσπέραν έφθασαν οι δύο άγγελοι εις τα Σοδομα. Ο Λωτ εκάθητο κοντά εις την πύλην των Σοδόμων. Οταν είδε τους ξένους, ηγέρθη, επροχώρησεν εις συνάντησίν των, τους επροσκύνησε μέχρις εδάφους
2 καὶ εἶπεν· ἰδοὺ κύριοι, ἐκκλίνατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ παιδὸς ὑμῶν καὶ καταλύσατε καὶ νίψασθε τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ ὀρθρίσαντες ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὐχί, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν.2 και είπεν· “ιδού σας παρακαλώ, κύριοι, λοξοδρομήσατε στον οίκον του δούλου σας να καταλύσετε εκεί, να πλύνετε τους πόδας σας και ενωρίς το πρωϊ συνεχίζετε τον δρόμον σας”. Εκείνοι είπον· “όχι. Εις την πλατείαν, στο ύπαιθρον θα διανυκτερεύσωμεν”.
3 καὶ κατεβιάζετο αὐτούς, καὶ ἐξέκλιναν πρὸς αὐτὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς πότον, καὶ ἀζύμους ἔπεψεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον.3 Ο Λωτ παρακλητικώς επίεζεν αυτούς, ώστε εκείνοι υπεχώρησαν. Επήγαν προς αυτόν και εισήλθον στον οίκον του. Ο Λωτ παρέθεσεν εις αυτούς δείπνον. Εψησεν άζυμον άρτον εις την φωτιά και έφαγον.
4 πρὸ τοῦ κοιμηθῆναι δέ, οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως οἱ Σοδομῖται περικύκλωσαν τὴν οἰκίαν ἀπὸ νεανίσκου ἕως πρεσβυτέρου, ἅπας ὁ λαὸς ἅμα.4 Αλλά πριν κοιμηθούν, οι άνδρες της πόλεως, οι πονηροί Σοδομίται από του νεωτέρου έως του γεροντοτέρου, όλος ο λαός μαζή, περιεκύκλωσαν την οικίαν του Λωτ,
5 καὶ ἐξεκαλοῦντο τὸν Λὼτ καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτόν· ποῦ εἰσιν οἱ ἄνδρες οἱ εἰσελθόντες πρὸς σὲ τὴν νύκτα; ἐξάγαγε αὐτοὺς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα συγγενώμεθα αὐτοῖς.5 και έξω από αυτήν εφώναζον προς τον Λωτ και του έλεγαν· “που είναι οι άνδρες, οι οποίοι κατά την εσπέραν εισήλθον στο σπίτι σου; Βγάλε τους προς ημάς έξω, δια να ασελγήσωμεν επάνω εις αυτούς” !
6 ἐξῆλθε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτοὺς πρὸς τὸ πρόθυρον, τὴν δὲ θύραν προσέῳξεν ὀπίσω αὐτοῦ.6 Εβγήκεν ο Λωτ προς αυτούς έμπροσθεν από την θύραν, την δε θύραν έκλεισεν ασφαλώς οπίσω απ’ αυτόν.
7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· μηδαμῶς ἀδελφοί, μὴ πονηρεύσησθε.7 Είπε δε προς αυτούς· “αδελφοί, κατ’ ουδένα τρόπον και λόγον δεν πρέπει να πραγματοποιήσετε το πονηρόν τούτο.
8 εἰσὶ δέ μοι δύο θυγατέρες, αἳ οὐκ ἔγνωσαν ἄνδρα· ἐξάξω αὐτὰς πρὸς ὑμᾶς, καὶ χρᾶσθε αὐταῖς, καθὰ ἂν ἀρέσκῃ ὑμῖν· μόνον εἰς τοὺς ἀνδρας τούτους μὴ ποιήσητε ἄδικον, οὗ εἵνεκεν εἰσῆλθον ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν δοκῶν μου.8 Εντός του σπιτιού μου υπάρχουν αι δύο, θυγατέρες μου, παρθένοι, αι οποίαι δεν εγνώρισαν άνδρα. Θα τας φέρω προς σας και χρησιμοποιήσατέ τας, όπως σας αρέσει. Μονον στους άνδρας αυτούς μη θελήσετε να κάμετε κάτι το κακόν, διότι εισήλθον υπό την στέγην μου και ως φιλοξενούμενοι ευρίσκονται υπό την προστασίαν μου”.
9 εἶπαν δὲ αὐτῷ· ἀπόστα ἐκεῖ. εἰσῆλθες παροικεῖν· μὴ καὶ κρίσιν κρίνειν; νῦν οὖν σὲ κακώσωμεν μᾶλλον ἢ ἐκείνους. καὶ παρεβιάζοντο τὸν ἄνδρα τὸν Λὼτ σφόδρα. καὶ ἤγγισαν συντρίψαι τὴν θύραν.9 Εκείνοι εξηγριωμένοι ειπόν εις αυτόν· “παραμέρισε από εκεί και φύγε· ήλθες από άλλην χώραν και μένεις σαν ξένος μαζή μας. Μηπως θέλεις να γίνης και δικαστής μας; Λοιπόν τώρα θα κακοποιήσωμεν περισσότερον εσέ παρά εκείνους”. Ωρμησαν εξηγριωμένοι και εχειροδίκουν εναντίον του Λωτ, τον απωθούσαν βιαίως και επλησίασαν δια να συντρίψουν την θύραν.
10 ἐκτείναντες δὲ οἱ ἄνδρες τὰς χεῖρας εἰσεσπάσαντο τὸν Λὼτ πρὸς ἑαυτοὺς εἰς τὸν οἶκον, καὶ τὴν θύραν τοῦ οἴκου ἀπέκλεισαν·10 Οι δύο άνδρες όμως άπλωσαν τα χέρια των, ετράβηξαν προς τον εαυτόν των και έβαλαν τον Λωτ στον οίκον και έκλεισαν ασφαλώς την θύραν του σπιτιού.
11 τοὺς δὲ ἄνδρας τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς θύρας τοῦ οἴκου ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, καὶ παρελύθησαν ζητοῦντες τὴν θύραν.11 Τους δε άνδρας, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την θύραν, τους ετιμώρησαν όλους με τύφλωσιν από μικρού έως μεγάλου και έτσι εκείνοι απέκαμαν ψάχνοντες να εύρουν την θύραν.
12 Εἶπαν δὲ οἱ ἄνδρες ἢ πρὸς Λώτ· εἰσί σοι ὧδε γαμβροὶ ἢ υἱοὶ ἢ θυγατέρες; ἢ εἴτις σοι ἄλλος ἐστὶν ἐν τῇ πόλει, ἐξάγαγε ἐκ τοῦ τόπου τούτου·12 Οι δύο ξένοι είπον τότε στον Λωτ· μήπως υπάρχουν εδώ εις την πόλιν αυτήν γαμβροί σου η υιοί σου η θυγατέρες η κανένας άλλος ιδικός σου; Παρε τους και βγάλε τους από τον τόπον αυτόν.
13 ὅτι ἡμεῖς ἀπόλλυμεν τὸν τόπον τοῦτον, ὅτι ὑψώθη ἡ κραυγὴ αὐτῶν ἔναντι Κυρίου, καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς Κύριος ἐκτρίψαι αὐτήν.13 Διότι ημείς καταστρέφομεν τον τόπον αυτόν, επειδή η κραυγή των φοβερών ανομιών των έφθασε μεγάλη ενώπιον του Κυρίου. Και ο Κύριος μας απέστειλε να καταστρέψωμεν και να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου αυτούς και τον τόπον των”.
14 ἐξῆλθε δὲ Λὼτ καὶ ἐλάλησε πρὸς τοὺς γαμβροὺς αὐτοῦ τοὺς εἰληφότας τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἀνάστητε καὶ ἐξέλθετε ἐκ τοῦ τόπου τούτου, ὅτι ἐκτρίβει Κύριος τὴν πόλιν. ἔδοξε δὲ γελοιάζειν ἐναντίον τῶν γαμβρῶν αὐτοῦ.14 Εξήλθεν ο Λωτ από το σπίτι του, ωμίλησε προς τους μνηστήρας των θυγατέρων του και τους είπε· “σηκωθήτε αμέσως και φύγετε μακρυά από τον τόπον τούτον, διότι ο Κυριος θα καταστρέψη την πόλιν”. Οι γαμβροί του όμως ενόμισαν ότι ο Λωτ αστειεύεται μαζή των.
15 ἡνίκα δὲ ὄρθρος ἐγίνετο, ἐσπούδαζον οἱ ἄγγελοι τὸν Λὼτ λέγοντες· ἀναστὰς λάβε τὴν γυναῖκά σου καὶ τὰς δύο θυγατέρας σου, ἃς ἔχεις, καὶ ἔξελθε, ἵνα μὴ καὶ σὺ συναπόλῃ ταῖς ἀνομίαις τῆς πόλεως.15 Κατά δε τα εξημερώματα οι δύο άγγελοι επίεζον και εβίαζαν τον Λωτ λέγοντες· “σήκω αμέσως, πάρε την γυναίκα σου και τας δύο θυγατέρας σου και φύγε έξω, δια να μη καταστραφής και συ μαζή με τους αμαρτωλούς κατοίκους αυτής της πόλεως”.
16 καὶ ἐταράχθησαν· καὶ ἐκράτησαν οἱ ἄγγελοι τῆς χειρὸς αὐτοῦ καὶ τῆς χειρὸς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ καὶ τῶν χειρῶν τῶν δύο θυγατέρων αὐτοῦ, ἐν τῷ φείσασθαι Κύριον αὐτοῦ.16 Ο Λωτ και οι περί αυτόν εταράχθησαν σαν να τα έχασαν. Οι άγγελοι (άνδρες, σύμφωνα με το Εβραϊκό κείμενο) επήραν τότε το χέρι του Λωτ, το χέρι της γυναικός του και τα χέρια των δύο θυγατέρων του και τους ωδήγησαν έξω από την πόλιν, διότι ο Κύριος ελυπήθη τον Λωτ.
17 καὶ ἐγένετο, ἡνίκα ἐξήγαγον αὐτοὺς ἔξω καὶ εἶπαν· σῴζων σῷζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν· μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ στῇς ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ· εἰς τὸ ὄρος σῴζου, μήποτε συμπαραληφθῇς.17 Όταν δε έφερον αυτούς έξω από την πόλιν, είπαν στον Λωτ και τας τρεις γυναίκας· “σπεύσε να σώσης την ζωήν σου, φύγε από την περιοχήν αυτήν· ούτε να στρέψετε το κεφάλι σας εις τα οπίσω, ούτε και να σταματήσετε πουθενά εις τα περίχωρα των Σοδόμων. Σπεύσατε στο απέναντι όρος, δια να σωθήτε, διότι άλλως υπάρχει φόβος να συμπεριληφθήτε και σεις εις την φοβεράν καταστροφήν”.
18 εἶπε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτούς· δέομαι κύριε,18 Είπε δε ο Λωτ προς αυτούς·Κύριε, σε παρακαλώ,
19 ἐπειδὴ εὗρεν ὁ παῖς σου ἔλεος ἐναντίον σου καὶ ἐμεγάλυνας τὴν δικαιοσύνην σου,ποιεῖς ἐπ᾿ ἐμὲ τοῦ ζῆν τὴν ψυχήν μου, ἐγὼ δὲ οὐ δυνήσομαι διασωθῆναι εἰς τὸ ὄρος, μήποτε καταλάβῃ με τὰ κακὰ καὶ ἀποθάνω.19 αφού ο δούλος σου ευρήκεν έλεος απέναντί σου και έδειξες την μεγάλην σου καλωσύνην με το να ενδιαφερθής δια την ασφάλειαν της ζωής μου, εγώ δεν θα ημπορέσω και δεν θα προλάβω να φθάσω στο όρος εκείνο. Φοβούμαι, μήπως με προλάβουν αι επερχόμεναι τιμωρίαι και χάσω την ζωήν μου.
20 ἰδοὺ ἡ πόλις αὕτη ἐγγὺς τοῦ καταφυγεῖν με ἐκεῖ, ἥ ἐστι μικρά, καὶ ἐκεῖ διασωθήσομαι· οὐ μικρά ἐστι; καὶ ζήσεται ἡ ψυχή μου ἕνεκέν σου.20 Ιδού η πόλις εκείνη ευρίσκεται κοντά· εκεί ημπορώ να καταφύγω. Μικρά δεν είναι αυτή η πόλις; Διατί να καταστροφή; Εάν μου κάμης αυτήν την χάριν, θα σωθή η ζωη μου από σέ”.
21 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἐθαύμασά σου τὸ πρόσωπον καὶ ἐπὶ τῷ ρήματι τούτῳ τοῦ μὴ καταστρέψαι τὴν πόλιν, περὶ ἧς ἐλάλησας·21 Είπεν εις αυτόν (ο Κύριος)· “ιδού· εθαύμασα εγώ την καρδίαν σου, εδέχθην την παράκλησίν σου και χάρις εις αυτήν δεν θα καταστρέψω την μικράν εκείνην πόλιν, δια την οποίαν με παρεκάλεσες.
22 σπεῦσον οὖν τοῦ σωθῆναι ἐκεῖ· οὐ γὰρ δυνήσομαι ποιῆσαι πρᾶγμα, ἕως τοῦ ἐλθεῖν σε ἐκεῖ. διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἐκείνης Σηγώρ.22 Λοιπόν, σπεύσε εκεί να σωθής. Εγώ δεν θα αποστείλω την καταστροφήν, μέχρις ότου συ φθάσης εκεί” Δια τούτο εκάλεσε το όνομα της πόλεως εκείνης “Σηγώρ”.
23 ὁ ἥλιος ἐξῆλθεν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ Λὼτ εἰσῆλθεν εἰς Σηγώρ,23 Ανέτειλεν ο ήλιος εις την χώραν εκείνην και ο Λωτ έφθασεν ασφαλής εις την Σηγώρ.
24 καὶ Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα καὶ Γόμορρα θεῖον, καὶ πῦρ παρὰ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ24 Και τότε ο Κύριος έβρεξεν επάνω εις τα Σόδομα και Γόμορρα θειάφι και έρριψεν από τον ουρανόν φωτιά εκ μέρους του Κυρίου
25 καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ πᾶσαν τὴν περίχωρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς.25 και κατέστρεψεν αυτάς τας πόλεις και όλην την περίχωρον και όλους τους κατοίκους των πόλεων και κάθε τι, που εβλάστανεν εις την χώραν εκείνην.

Η γυναίκα όμως του Λωτ παρέβη την προειδοποίησή του αγγέλου και κοίταξε πίσω για να δει τι συνέβαινε και αμέσως έγινε στήλη άλατος. Σε όλη την περιοχή ανέβαινε από τη γη καπνός, σαν να έβγαινε από καμίνι.

Σημεία ιδιαίτερης προσοχής:

1.  Συμφώνως προς το ΓΕΝΕΣΙΣ, ΙΗ΄, στίχ. 1-2 τα τρία αυτά πρόσωπα είναι η ορατή εμφάνιση τού αοράτου Θεού (κατά τούς Ο΄) ή Γιαχβέ (κατά το Εβρ.). Διότι ο Μωυσής δεν γράφει ότι «ώφθησαν άγγελοι», αλλά γράφει ότι «ώφθη ο Θεός» (κατά τούς Ο΄) ή «ώφθη ο Γιαχβέ» (κατά το Εβρ.) Σημείωση: Η μετάφραση των Εβδομήκοντα σημειώνεται με (Ο΄).

2.  Ο αόρατος Θεός ή Γιαχβέ ενεφανίσθη οφθαλμοφανώς (κατά θεία παραχώρηση– θεία συγκατάβαση), στον Αβραάμ αφού έλαβε την μορφή τριών ανδρών. Το «ώφθη» σημαίνει ότι φανερώθηκε οφθαλμοφανώς ο μέχρι τότε αόρατος (Τριαδικός) Θεός, με την μορφή τριών ανδρών. Ο Αβραάμ προσφωνεί τους τρεις σ’ ενικό αριθμό: «Κύριε». Κα­τόπιν ομιλεί προς αυτούς σε πληθυντικό αριθμό.Τα τρία αυτά πρόσωπα είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, η Αγία Τριάς, μία ουσία, μία Θεότης. Και «άνδρες» λέγονται διότι ενεφανίσθησαν υπό τη μορφή ανδρών, «άγγελοι» δε λέγονται διότι ήγγειλαν, ενήργησαν ως αγγελιαφόροι. Επειδή δε ήσαν πρόσωπα της Τριαδικής Θεότητος, δια τούτο, ωμιλούν συγχρόνως, ως δι’ ενός στόματος, κι έτσι εκδηλώνουν ισοτιμία μεταξύ των (ΓΕΝΕΣΙΣ, ΙΗ΄: 5, 9, 10, 13, 15, 17, 20, ΙΘ΄: 2). Και επειδή επίσης ήσαν μία ουσία, ένας Θεός, δια τούτο παραδόξως και κατά θεία προφανώς παρόρμηση ο Αβραάμ προσεφώνησε τα τρία πρόσωπα και ο Λωτ τα δύο εξ αυτών δια του ενικού «Κύριε» (ΓΕΝ. ΙΗ΄: 3  και ΙΘ΄: 18).

3.  Κατ’ αυτόν τον λόγο ο Γιαχβέ, μετά την εμφάνισή Του εις τον Αβραάμ, θα κατέβαινε εις τις αμαρτωλές πόλεις, για να δει προσωπικώς και «ιδίοις όμμασιν»Θέλω καταβή») και να διαπιστώσει την ηθική αυτών κατάσταση. Παρά τον λόγο όμως του Γιαχβέ (Θεού) περί προσωπικής καταβάσεως Αυτού εις τα Σόδομα, το κείμενο λέει, ότι ο Αβραάμ εξακολουθούσε να στέκεται ενώπιον του Γιαχβέ (Θεός-Πατήρ) και να συνομιλεί μαζί Του μεσιτεύων υπέρ σωτηρίας τών Σοδόμων (στίχ.22)!   Μετά απ’ αυτό απήλθε στον ουρανό ο Γιαχβέ Θεός-Πατήρ (στίχ. 33).

4.  Εις δε τα Σόδομα, σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΘ΄ (19), στίχ. 1 (βλέπ. κείμενο-ερμηνεία επάνω), από τούς τρεις άνδρες πήγαν μόνο οι δύο (Θεός-Υιός και Θεός-Άγιον Πνεύμα), οι οποίοι ονομάζονται και «άγγελοι» (δηλαδή απεσταλμένοι, αγγελιαφόροι), εις δε τον στίχ.13 εμφανίζονται ως απεσταλμένοι του Γιαχβέ (Θεού-Πατέρα). Επομένως, ο Γιαχβέ (Κύριος)  κατέβηκε εις τα Σόδομα προσωπικώς και αισθητώς εις το πρόσωπο τών δύο ανδρών – αγγέλων  (Θεός-Υιός και Θεός-Άγιον Πνεύμα). Οι δύο κατά τα πρόσωπα, κατά την ΟΥΣΙΑ είναι ο ΕΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΟΣ ΓΙΑΧΒΕ (ΘΕΟΣ), όπως μαρτυράει και ο στίχ.16 «διότι ελυπήθη (εσπλαχνίσθη) αυτόν ο Κύριος» όπου ως Κύριος εδώ εννοούνται ειδικώς οι δύο απεσταλμένοι (Θεός-Υιός και Θεός-Άγιον Πνεύμα)  !!

5.   Όπως μπορούμε να δούμε στο κεφ. 19 της Γενέσεως, πολλά πα­ράδοξα συμβαίνουν και κατά την εμφάνι­σι των δύο ανδρών – αγγέλων (Θεού-Υιού και Θεού-Αγίου Πνεύματος) στο Λωτ στα Σόδομα. Αρχικώς ο Λωτ τους προσφωνεί σε πληθυντικό, Κύριοι (Γεν. 19, στίχ. 2), δείχνοντας ότι είναι δύο πρόσωπα. Αλλ’ έπειτα τους προσφωνεί σε ενικό, Κύριε (στίχ. 18), δείχνοντας ότι είναι μία ουσία. Και στη συνέχεια απευθύνεται προς τους δύο σ’ ενικό: «Είπε δε Λωτ προς αυτούς·  Δέομαι, Κύριε, επειδή εύρεν ο παις σου έλεος εναντίον σου και εμεγάλυνας την δικαιοσύνην σου, ο ποιείς επ’ εμέ του ζήν την ψυχήν μου. . . Και ζήσεται η ψυχή μου ένεκέν σου» (Γεν. 19, στίχ.18-20).

Για την απάντησι των δύο προς τον Λωτ χρησιμο­ποιείται επίσης ενικός: Και είπεν αυτώ· Ιδού εθαύμασά σου το πρόσωπον και επί τω ρήματί σου τούτω. . . Ου γαρ δυνήσομαι ποιήσαι πράγμα, έως του ελθείν σε εκεί (Γεν. 19, στίχ. 21-22). Στο Γεν. 19:17 κατά το Εβραϊκό για τις ενέργειες των δύο χρησι­μοποιείται ένα ρήμα στον πληθυντικό και ένα στον ενικό, εξήγαγον και είπε.

6.  Το δε παραδοξότερο, στο Γεν. 19, είναι ο στίχ. 24:  «Κύ­ριος έβρεξεν επί Σόδομα και Γόμορρα θείον (=θειάφι) και πυρ παρά Κυρίου εξ ουρανού». Ο Κύριος έβρεξεν εκ μέρους του Κυρίου! Εδώ το Κύριος είναι μετάφρασις του Γιαχβέ. Ο Γιαχβέ (Θεός) έβρεξεν εκ μέρους του Γιαχβέ (Θεού)! Ο πρώτος Κύ­ριος ή Γιαχβέ, ο οποίος έβρεξε την καταστροφή στις αμαρτωλές πόλεις, είναι οι δύο άνδρες – άγγελοι, τουτέστιν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ο δε δεύτερος Κύριος ή Γιαχβέ, εκ μέρους του οποί­ου απεστάλησαν οι δύο για να προκαλέσουν την καταστροφή (Γεν. 19:13), είναι ο Θεός Πατήρ.

7.  Κατά ταύτα τα τρία πρόσωπα, που εμφανίσθηκαν στον Αβραάμ, λέγονται άν­δρες, διότι εμφανίσθηκαν με τη μορφή ανθρώπων. Από τα τρία αυτά πρόσωπα τα δύο, που εμφανίσθηκαν στον Λωτ, λέγον­ται άγγελοι  (Θεός-Υιός και Θεός-Άγιον Πνεύμα), διότι ήταν απεσταλμένοι του άλλου προσώπου (Θεού-Πατρός) και αγγελιαφόροι.

Με την παρούσα δημοσίευση ευελπιστούμε : Να ενημερώσουμε τούς αδελφούς ημών, τα μέλη δηλαδή τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ώστε σε τυχόν συζητήσεις με αιρετικούς να έχουν ένα πνευματικό «οπλοστάσιο» από επιχειρήματα, έτοιμο προς χρήσιν, προκειμένου να αποδεικνύουν το αληθές τής ημετέρας πίστεως, αλλά ευελπιστούμε επίσης, ότι τυχόν Αντιτριαδίτες, και ειδικώς όσοι ακόλουθοι της Εταιρίας «Σκοπιά» (Ιεχωβίτες)  το αναγνώσουν , να τους βοηθήσει εις την κατανόηση πραγμάτων και αληθειών που ΕΣΚΕΜΜΕΝΩΣ αποκρύπτονται από τον λεγόμενο «πιστό και φρόνιμο δούλο» της Εταιρίας «Σκοπιά» των Ιεχωβιτών  .

Να βοηθηθούν να κατανοήσουν το πρόσωπο τού Χριστού ή αλλιώς τού περιφήμου «αγγέλου Κυρίου» τής Παλαιάς Διαθήκης, και κατ’ επέκτασιν να γνωρίσουν και να κατανοήσουν τον ίδιο τον Θεό και τον τρόπο υπάρξεως Αυτού.