Μετάνοια, η ανανέωση της σχέσεώς μας με τον Προσωπικό Θεό

Μετάνοια, η ανανέωση της σχέσεώς μας με τον Προσωπικό Θεό

34
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Η αρχή των πάντων είναι ο Θεός, ο Άναρχος, ο Αόρατος, ο Παντοδύναμος, ο Αυτάρκης. Έχει Βασιλεία αιώνια αγάπης, την οποία φύτεψε στην καρδιά του ανθρώπου[1]. Πρώτα δημιούργησε τον Ουρανό και τους Αγγέλους και έπειτα τη γη και τον άνθρωπο. Έπλασε τον Ουρανό πνευματικό, αγγελικό, αιώνιο, «τους αιώνας εποίησεν»[2]. Οποίος ο Θεός, όμοια και τα κτίσματά Του και δεκτικά των ενεργειών Του. Σε όλα αντικατοπτρίζεται η δόξα και η δύναμή Του, αλλά και η ελευθερία Του, διότι χωρίς ελευθερία δεν υπάρχει αγάπη και ο Θεός είναι αγάπη[3]. Τα κτίσματά Του ήλθαν στο είναι από την αγάπη Του και μέσω της αγάπης είναι εγνωσμένα από Αυτόν[4] και το μνημόσυνό τους[5] είναι ενώπιον Του δια παντός.

Αυτή η αγάπη και η ελευθερία των κτισμάτων επαναστάτησε πρώτα στο πρόσωπο μερικών Αγγέλων και έγινε η αιώνια πτώση του τάγματος του Εωσφόρου. Η δημιουργία ήταν πνευματική και έτσι πνευματική ήταν και η πτώση. Αιώνια όντα οι Άγγελοι και ως αποτέλεσμα αιώνια και η δέσμευσή τους στον άδη. Σε αυτούς ήταν πλήρης η όραση του Θεού δια παντός και με τη δεινή ανταρσία εναντίον του Πλαστουργού τους και την εωσφορική υπερηφάνεια έγινε αιώνια και η σκότωσή τους. Τέλειος ήταν ο φωτισμός και η θεωρία του Προσώπου του Θεού και με τη δαιμονική ασθένεια πλήρης ο σκοτισμός και ανεπανόρθωτη η πτώση τους μέσα στην αιωνιότητα. Υπήρξαν, βέβαια, και οι Άγγελοι του Φωτός, που έμειναν αποφασισμένοι αιώνια να αγαπούν ανεπίστρεπτα και με τέλειο τρόπο τον Θεό, και μόνο Αυτόν.

Τότε ο Θεός, ο Πάνσοφος Κτίστης, «εποίησε την γην»[6] και από αγάπη διανοήθηκε άλλη μορφή υπάρξεως. Η ουσιοποιός ενέργειά Του έπλασε όλα τα ορατά κτίσματα «καλώς λίαν»[7] και ως βασιλιά αυτής της υπέροχης κτίσεως δημιούργησε τον άνθρωπο. Ο Αδάμ και η Εύα μέσα στο Παράδεισο τέρπονταν από την προσωπική τους σχέση με τον Δημιουργό, την όραση και τη γνώση Του. Ο Πλαστουργός έδωσε στους Πρωτόπλαστους την εντολή «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε…», για να τους βάλει στην προοπτική και στη φορά της δυναμικής αυξήσεως και πορείας εν Θεώ από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν». Τους προίκισε με απίστευτο νου για τη θεωρία του Θεού και για την προκοπή στην ανάπτυξή τους αυτή, ώστε να φθάσουν στην τελείωση της γνώσεώς Του.

Τους έδωσε επιπλέον και μια κατευθυντήρια εντολή: «Από παντός ξύλου… βρώσει φαγή, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ’ αυτού…»[8]. Η εντολή αυτή, να μη φάγουν από τον καρπό του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, ήταν αναγκαία για αυτούς που βρισκόταν ανάμεσα στην κτιστή ορατή δημιουργία και τον άκτιστο Παράδεισο του Θεού. Υπογράμμιζε την κτιστότητά τους, και επομένως κρατούσε ταπεινό το πνεύμα τους στη σωστή θεωρία μέσα στα όρια των δυνατοτήτων της φύσεώς τους. Σκοπό είχε να τους δώσει το μέσο να θεωρούν την ορατή φύση, ώστε να μυούνται στο νοερό κόσμο[9], και με αυξανόμενη ευγνωμοσύνη και ευχαριστία να φθάσουν «εις παν το πλήρωμα (της αγάπης) του Θεού»[10].

Ο άνθρωπος όμως υπερηφανεύθηκε για τη βασιλική εξουσία του πάνω στον κτιστό κόσμο και υπέπεσε στον πειρασμό που του εισηγήθηκε ο εχθρός: να γίνει θεός, χωρίς να υποταγεί στην εντολή του Θεού. Χωρίς, δηλαδή, να εξαρτάται από κανένα, τελικά χωρίς Θεό. Τότε συνέβει η κοσμική συμφορά και τραγωδία. Ο άνθρωπος τυφλώθηκε πνευματικά, αμαυρώθηκε το κατ’ εικόνα του, κατάντησε ξένος του Πλαστουργού του και βρέθηκε εξόριστος της τρυφής του Παραδείσου. Με την παράβαση της εντολής έχασε την κατά φύση επιθυμία και τη ζωοποιό θεωρία του Θεού που είχε, και με τις αισθήσεις του προσκολλήθηκε στον αισθητό κόσμο. Άρχισε τότε να εισχωρεί στη ζωή του η παρά φύση ηδονή. Ο άνθρωπος βυθίστηκε εκούσια σε ζοφώδη άβυσσο και έγινε πλέον ανίκανος να διακρίνει την παρουσία της υπερηφάνειας στις κινήσεις του νου και της καρδιάς.

  1. Βλ. Λουκ. 17,21.
  2. Βλ. Εβρ. 1,2.
  3. Βλ. Α’ Ιωάν. 4,8.
  4. Βλ. Α’ Κορ. 8,3.
  5. Βλ. Ψαλμ. 111,6.
  6. Βλ. Γεν. 1,1.
  7. Βλ. Γεν. 1,31.
  8. Γεν. 2,16-17.
  9. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια 2,23, «Sources Chrétiennes», τομ. 51bis, σ. 116.
  10. Εφεσ. 3,19.

Ο άνθρωπος έπεσε από υπερηφάνεια, η οποία, κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, είναι σκοτάδι απαίσιο, ο αντίποδας της Θείας Αγαθοσύνης. Η υπερηφάνεια είναι η αρχή του κακού, η ρίζα κάθε τραγωδίας. Σε αυτή βρίσκεται η ουσία του άδη. Η υπερηφάνεια είναι εκείνο το «σκότος το εξώτερον», στο οποίο διαμένοντας ο άνθρωπος αποχωρίζεται από τον Θεό της αγάπης[11]. Η σωτηρία από αυτόν τον άδη είναι πλέον δυνατή στον άνθρωπο μόνο με τη μετάνοια και την αποδοχή του λόγου του Θεού ως του μοναδικού νόμου της υπάρξεώς του.

«Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε εμοί λόγοι ου μη παρελεύσονται»[12], είπε ο Κύριος και πάλι «εάν μη πιστεύσητε ότι Εγώ Ειμι, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών»[13]. Η εξουσία των λόγων αυτών είναι μοναδική και το κύρος αποφασιστικό μέχρι τέλους. Γεμάτος θάμβος ο άνθρωπος και στηριγμένος στο λόγο του Θεού αρχίζει να κατανοεί το μέγεθος της αμαρτίας του. Αντιλαμβάνεται ότι η ανυπακοή του στην αιώνια εντολή του Θεού τον κατέστησε παράφρονα και δέσμιο του άδη, όπου αποχωρίζεται από τον Θεό της αγάπης και νεκρώνεται πνευματικά. Ο θάνατος γίνεται ασυμβίβαστος με την ύπαρξή του και η αιωνιότητα κρούει τη θύρα της καρδιάς του[14]. Κάθε τι που υπόκειται στη φθορά εμφανίζεται στον άνθρωπο χωρίς καμία αξία[15].

Συγχρόνως ο άνθρωπος έλκεται με πόθο από το υπέροχο μεγαλείο του λόγου του Ευαγγελίου, που του απευθύνεται με θεοπρεπή ευγένεια. Ο Χριστός τον βεβαιώνει ότι δεν ήλθε στον κόσμο για να τον κρίνει, αλλά για να δώσει τη ζωή Του «λύτρον αντί πολλών», να υψωθεί επί του Σταυρού και με την εις τέλος αγάπη Του[16] να τον ελκύσει προς Εαυτόν[17]. Ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια και με την εκπλήρωση των εντολών της αγάπης να υψωθεί και πάλι στο Φως της θείας Αγάπης, η οποία «δεν είναι εκ της γης, αλλά εκ του Ουρανού»[18]. Η ανταπόκριση στη δωρεά Του γίνεται με την ακραία σε ένταση μετάνοια. Ο Θεός αγαπά «εις τέλος» και ο άνθρωπος τετρωμένος από την αγάπη Του παραδίδεται στην «εις τέλος» μετάνοια και ευχαριστία.

Όταν το ρήμα του Θεού αγγίξει τον άνθρωπο, η θεία αγάπη ως «πυρ» διαπερνά την καρδιά του. Αυτό το «πυρ ήλθε βαλείν επί την γην»[19] ο Χριστός. Ο άνθρωπος αποδεχόμενος το κάλεσμα του Θεού, με καρδιά φλεγόμενη, βρίσκει λύση στο πνευματικό και αιώνιο αδιέξοδο της αμαρτίας του, τον θάνατο, στην αληθινή μετάνοια. Το πνεύμα του ανθρώπου διψά για την αιωνιότητα του Θεού και πλήττεται στο κέντρο της υπόστασεώς του από την αμαρτία, τον πόνο και τον θάνατο, που βαραίνουν τη γη. Η συναίσθηση του ανθρώπου ότι με την αμαρτία του βυθίζεται στον αιώνιο θάνατο όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και όλο το σύμπαν, πληγώνει θανάσιμα την καρδιά του. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι η αμαρτία του δεν είναι απλά η αθέτηση κάποιων ηθικών αρχών. Βιώνει την αμαρτία του ως την απόσπαση του από την αιώνια ζωή του Θεού, για την οποία κτίσθηκε και για την οποία προοριζόταν[20]. Ο άνθρωπος απεγνωσμένος παραδίδει πλέον τον εαυτό του στη μετάνοια με απαράκλητο πένθος προς τον Μόνο δυνάμενο να τον σώσει.

Σύμφωνα με τον Γέροντα Σωφρόνιο, «η μετάνοια είναι ανεκτίμητο δώρο προς την ανθρωπότητα. Η μετάνοια είναι το θείο θαύμα για την αποκατάστασή μας μετά την πτώση. Η μετάνοια είναι έκχυση θείας εμπνεύσεως πάνω μας, με τη δύναμη της οποίας ανεβαίνουμε προς τον Θεό, τον Πατέρα μας, για να ζήσουμε αιώνια στο φως της αγάπης Του. Με τη μετάνοια συντελείται η θέωσή μας. Αυτό είναι γεγονός με ασύλληπτο μεγαλείο. Η δωρεά αυτή έγινε δυνατή με την προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή, με τον θάνατό Του στον Γολγοθά, και την Ανάστασή Του (βλ. Λουκ. κδ  45-47)»[21].

Τον δρόμο αυτό, που ο Κύριος τέλεσε κατά τον άθλο της κενώσεώς Του, τον προτείνει στον άνθρωπο που μετανοεί ως «υπόδειγμα» ζωής[22]. Η αδίστακτη πίστη στη θεότητα του Ιησού και στον αιώνιο λόγο Του γεννά στον μετανοούντα την πνευματική ανδρεία. Αυτή δίνει στον πιστό τη δύναμη να μη δειλιάσει και οπισθοχωρήσει μπροστά στο φοβερό όραμα της αβύσσου, που πρέπει να διέλθει με τη μετάνοιά του για να φθάσει από την πτώση του στη Θεία αιωνιότητα[23]

[11] Άρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας 31996, σ. 45-46.

[12] Μαρκ. 13, 31.

[13] Ιωάν. 8,24.

[14] Πρβλ. Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστι, σ. 25.

[15] Πρβλ. Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστι, σ. 24.

[16] Βλ. Ιωάν.13,1.

[17] Βλ. Ιωάν. 12,32.

[18] Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σ. 273.

[19] Λουκ. 12,49.

[20] Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 71995, σ. 37

[21] Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστι, σ. 45-46.

[22] Βλ. Ιωάν. 13,15.

[23] Βλ. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σ. 258.

Πηγή