Ὁ Γέροντας Παΐσιος γιὰ τὴ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ὁ Γέροντας Παΐσιος γιὰ τὴ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

317
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τις σελίδες 53-58 τοῦ βιβλίου: «Γέροντος Παϊσιου Ἁγιορειτου, Λόγοι β΄, Πνευματικὴ ἀφύπνιση»

– Γέροντα, στὴν Ἁγία Γραφὴ λέει ὅτι ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν συγχωρεῖται. Ποιὰ εἶναι ἡ βλασφημία αὐτή;

– Βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γενικὰ εἶναι ἡ περιφρόνηση στὰ θεία, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει, ἐννοεῖται, τὰ λογικά του. Τότε εἶναι καὶ ἔνοχος. Π.χ. ἕναν πού μου εἶπε «ἄντε κι ἐσὺ καὶ οἱ θεοί σου…», τοῦ ἔδωσα μία σπρωξιὰ καὶ τὸν τίναξα πέρα, γιατί αὐτὸ ἦταν βλασφημία. Ἢ περνᾶνε δύο ἔξω ἀπὸ μία Ἐκκλησία. Ὁ ἕνας κάνει τὸν σταυρό του καὶ λέει καὶ στὸν ἄλλο «κᾶνε, εὐλογημένε, κι ἐσὺ τὸν σταυρό σου…» καὶ αὐτὸς ἀντιδρᾶ: «Ἄντε κι ἐσὺ ποὺ θὰ κάνω τὸν σταυρό μου!». Αὐτὴ ἡ περιφρόνηση εἶναι βλασφημία.

Ἀδύνατον ἑπομένως σὲ ἕναν εὐλαβῆ ἄνθρωπο νὰ ὑπάρχει βλασφημία. Ἄλλα καὶ ἡ ἀναίδεια εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ Ἅγιου Πνεύματος. Ὁ ἀναιδὴς διαστρέφει ἡ καταπατάει λ.χ. μία εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν πτώση του. Δὲν σέβεται τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα, ἄλλα τὴν τσαλακώνει ἐν γνώσει του• τσαλαπατάει ἕνα ἱερὸ πράγμα. Καὶ αὐτὸ σιγὰ-σιγὰ γίνεται πλέον κατάσταση. Στὴν συνέχεια ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος δέχεται ἐπιδράσεις δαιμονικές. Καὶ ἂν δὲν μετανοήσει, τί ἐξέλιξη θὰ ἔχει… Θεὸς φυλάξοι!
Ὅταν ὅμως ἕνας θυμώσει καὶ βλασφημήσει ἀκόμη καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτὴ ἡ βλασφημία δὲν εἶναι ἀσυγχώρητη, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστεύει τὴν βρισιὰ ποὺ εἶπε, ἄλλα τὴν εἶπε, ἐπειδὴ ἐκείνη τὴν στιγμή, πάνω στὸν θυμό του, ἔχασε τὸν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἀμέσως μετανοιώνει. Ὁ ἀναιδὴς ὅμως δικαιολογεῖ τὸ ψέμα, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν πτώση του. Ὅποιος δικαιολογεῖ τὴν πτώση του, δικαιολογεῖ τὸν διάβολο.

– Γέροντα, πῶς δικαιολογεῖ τὴν πτώση του;
– Μπορεῖ νὰ θυμηθεῖ κάτι ποὺ λέχθηκε πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια γιὰ ἄλλη περίπτωση καὶ νὰ τὸ παρουσίαση σὰν παράδειγμα, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὸν ἑαυτό του. Οὔτε ὁ διάβολος, ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ κάτι τέτοιο ἐκείνη τὴν ὥρα.

– Καὶ πῶς νιώθει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;

– Πῶς νιώθει; Δὲν ἔχει ἀνάπαυση ποτέ. Ἐδῶ καὶ δίκαιο νὰ ἔχει κανείς, ὅταν πάει νὰ δικαίωση τὸν ἑαυτό του, πάλι ἀνάπαυση δὲν ἔχει, πόσο μᾶλλον νὰ μὴν ἔχει δίκαιο καὶ νὰ δικαιολογεῖ τὴν πτώση του μὲ ἀναιδέστατο τρόπο. Γι’ αὐτό, ὅσο μποροῦμε, νὰ προσέχουμε τὴν ἀναίδεια καὶ τὴν περιφρόνηση ὄχι μόνον πρὸς τὰ θεία ἄλλα καὶ πρὸς τὸν πλησίον μας, διότι εἶναι εἰκόνα θεοῦ.

Οἱ ἀναιδεῖς ἄνθρωποι βρίσκονται στὸ πρῶτο στάδιο τῆς βλασφημίας κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνοι ποὺ περιφρονοῦν τὰ θεία βρίσκονται στὸ δεύτερο, καὶ στὸ τρίτο βρίσκεται ὁ διάβολος.

– Γέροντα, ὅταν μιλοῦν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡ κατὰ τοῦ Μοναχισμοῦ κ.λπ., τί πρέπει νὰ κάνη κανείς;

– Κατ’ ἀρχάς, ἂν κάποιος μιλάει ἄσχημα λ.χ. γιὰ σένα ὡς ἄτομο, δὲν πειράζει. Νὰ σκεφθεῖς: «Τὸν Χριστό, ποὺ ἦταν Χριστός, Τὸν ἔβριζαν, καὶ δὲν μιλοῦσε• ἐμένα ποῦ εἶμαι ἁμαρτωλὸς τί μου ἀξίζει;». Ἂν ἔρχονταν νὰ βρίσουν ἐμένα ὡς ἄτομο, δὲν θὰ μὲ πείραζε καθόλου. Ἄλλα, ὅταν μὲ βρίζουν ὡς μοναχό, βρίζουν καὶ ὅλο τὸν θεσμὸ τοῦ Μοναχισμοῦ, γιατί ὡς μοναχὸς δὲν εἶμαι ἀνεξάρτητος, καὶ πρέπει νὰ μιλήσω. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀφήσει λίγο νὰ ξεσπάσουν καὶ ὕστερα νὰ τοὺς πεῖ δύο κουβέντες.

Κάποτε στὸ λεωφορεῖο μία γυναίκα ἔβριζε τοὺς παπάδες. Τὴν ἄφησα νὰ ξεσπάσει καί, ὅταν σταμάτησε, τῆς εἶπα: «Ἔχουμε ἀπαιτήσεις ἀπὸ τοὺς παπάδες, ἄλλα καὶ αὐτοὺς δὲν τοὺς ἔρριξε ὁ Θεὸς μὲ τὰ ἀλεξίπτωτα. Εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Μπορεῖς ὅμως νὰ μοῦ πεῖς, μία μητέρα σὰν ἐσένα βαμμένη, μὲ κάτι νύχια σὰν τὸ γεράκι, τί παιδὶ θὰ γέννηση καὶ πῶς θὰ τὸ ἀναθρέψει; Καὶ παπὰς καὶ καλόγερος νὰ γίνει, πῶς θὰ εἶναι;».

Θυμᾶμαι, μία ἄλλη φορᾶ, ὅταν ταξίδευα μὲ τὸ λεωφορεῖο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ τὰ Γιάννενα, ἦταν ἕνας ποὺ δὲν σταμάτησε σὲ ὅλο τὸν δρόμο νὰ κατηγορεῖ ἕναν μητροπολίτη ποὺ εἶχε δημιουργήσει τότε κάτι προβλήματα. Τοῦ εἶπα κάνα-δυὸ κουβέντες καὶ μετὰ ἔκανα εὐχή. Ἐκεῖνος συνέχιζε. Ὅταν φθάσαμε στὰ Γιάννενα καὶ κατεβήκαμε, τὸν πῆρα λίγο παράμερα καὶ τοῦ λέω: «Μὲ γνωρίζεις ποιὸς εἶμαι;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Πῶς τότε κάθεσαι καὶ λὲς τέτοια πράγματα; Ἐγὼ μπορεῖ νὰ εἶμαι πολὺ χειρότερος ἀπὸ τὸν τάδε ποὺ βρίζεις, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶμαι καὶ ἕνας ἅγιος. Πῶς κάθεσαι ἐσὺ καὶ λὲς μπροστά μου πράγματα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ ὅτι τὰ κάνουν οὔτε καὶ οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι; Κοίταξε νὰ διορθωθεῖς, γιατί θὰ φᾶς σκαμπίλι δυνατὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ – γιὰ τὸ καλό σου φυσικά». Τὸν εἶδα μετά, ἄρχισε νὰ τρέμει. Ἄλλα καὶ οἱ ἄλλοι κατάλαβαν, ὅπως εἶδα ἀπὸ μία ἀναταραχὴ ποὺ δημιουργήθηκε.

– Βλέπεις νὰ βρίζουν τὰ ἅγια καὶ ὁ ἄλλος δὲν λέει τίποτε. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ πραότητα εἶναι δαιμονική. Μία φορὰ ποὺ ἔβγαινα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος, συνάντησα στὸ καράβι καὶ ἕναν ποὺ εἶχε φύγει ὁ καημένος ἀπὸ τὸ Ψυχιατρεῖο καὶ εἶχε ἔρθει στὸ Ὅρος. Φώναζε καὶ ἔβριζε συνέχεια ὅλους τους μεγάλους, τοὺς κυβερνῆτες, τοὺς γιατρούς… «Τόσα χρόνια, ἔλεγε, μὲ τάραξαν στὰ ἠλεκτροσὸκ καὶ στὰ χάπια. Ἐσεῖς περνᾶτε καλά. Ἔχετε τὴν καλοπέρασή σας, τὰ αὐτοκίνητά σας. Ἔμενα ἀπὸ δώδεκα χρονῶν ἡ μάνα μου μ’ ἔστειλε σ’ ἕνα νησί. Εἴκοσι πέντε χρόνια γυρίζω ἀπὸ τρελλοκομεῖο σὲ τρελλοκομεῖο». Ἔβριζε ὅλα τὰ κόμματα καὶ μετὰ ἄρχισε νὰ βρίζει Χριστὸ καὶ Παναγία. Σηκώνομαι ἐπάνω, «πάψε, τοῦ λέω• δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀρχὴ ἐδῶ μέσα;». Θίχθηκε, φαίνεται, ὁ συνοδὸς τοῦ – πρέπει νὰ ἦταν χωροφύλακας – καὶ τὸν συμμάσε λίγο. Εἶχε πεῖ ὅλο τὸ πρόβλημα τοῦ φωνάζοντας καὶ βρίζοντας. Τὸν πόνεσα. Μετὰ ἦρθε, μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Τὸν φίλησα. Εἶχε δίκαιο. Ὅλοι λίγο-πολὺ ἔχουμε τὸ μερίδιό μας. Ἤμουν καὶ ἐγὼ αἰτία ποὺ ἔβριζε ὁ καημένος. Ἂν εἶχα πνευματικὴ κατάσταση, θὰ τὸν εἶχα κάνει καλά.

– Πόσο εἶχαν ἀπογοητευθεῖ οἱ Φαρασιῶτες, τότε μὲ τὴν Ἀνταλλαγή, ὅταν ἔρχονταν μὲ τὸ καράβι στὴν Ἑλλάδα! Δύο ναῦτες μάλωναν καὶ ἔβριζαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Τοὺς φάνηκε πολὺ βαρύ! Σοὺ λέει: «Ἕλληνες, Χριστιανοί, νὰ βρίζουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία!». Τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς πέταξαν στὴν θάλασσα. Εὐτυχῶς ἤξεραν κολύμπι καὶ γλύτωσαν. Ἀκόμη καὶ ὅταν βρίζουν κάποιον ἄνθρωπο, πρέπει νὰ τὸν ὑπερασπίσουμε, πόσο μᾶλλον τὸν Χριστό!

Ἦρθε ἕνα παιδὶ στὸ Καλύβι ποὺ κούτσαινε, ἄλλα λαμποκοποῦσε τὸ προσωπάκι του. Λέω: «Κάτι γίνεται ἐδῶ, γιὰ νὰ λάμπει ἔτσι ἡ θεία Χάρις!». Τὸν ρώτησα «τί κάνεις κ.λπ.» καὶ μοῦ εἶπε τί συνέβη. Κάποιος, ἕνα θηρίο μέχρι ἐκεῖ πάνω, ἔβριζε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία καὶ τὸ παιδὶ ὅρμησε ἐπάνω του, γιὰ νὰ σταματήσει. Ἐκεῖνος τὸ ἔβαλε κάτω, τὸ τσαλαπάτησε, τοῦ σακάτεψε τὰ πόδια, καὶ μετὰ τὸ καημένο κούτσαινε. Ὁμολογητής! Τί τράβηξαν οἱ Ὁμολογητές, οἱ Μάρτυρες!

– Γέροντα, μερικοὶ εὐλαβεῖς νέοι δυσκολεύονται στὸν στρατὸ μὲ αὐτοὺς ποὺ βρίζουν. Τί νὰ κάνουν;

– Θέλει διάκριση καὶ ὑπομονή. Ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει. Ὁ ἀσυρματιστὴς ποὺ ὑπηρετούσαμε μαζὶ στὸν στρατὸ ἦταν ἕνας γιατρὸς ἄπιστος, βλάσφημος. Κάθε μέρα ἐρχόταν στὴν μονάδα Διοικήσεως, νὰ μοῦ κάνη πλύση ἐγκεφάλου! Μοῦ ἔλεγε τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου κ.λπ., κάτι πράγματα χαμένα, βλάσφημα τελείως. Μετὰ ὅμως ἀπὸ κάποιο περιστατικὸ κατάλαβε μερικὰ πράγματα. Μία φορὰ ἤμασταν σὲ μία ἐπιχείρηση καὶ εἴχαμε φορτωμένα σὲ ἕνα μεγάλο μουλάρι τὸν ἀσύρματο καὶ τὸ φορεῖο. Σὲ ἕναν κατήφορο, ἐπειδὴ γλιστροῦσε πολύ, ἐγὼ ἐπίανα ἀπὸ τὴν οὐρὰ τὸ ζῶο καὶ ὁ γιατρὸς τραβοῦσε τὸ καπίστρι. Σὲ μία στιγμή, πῶς ἄγγιξε τὸ φορεῖο λίγο τὰ αὐτιὰ τοῦ ζώου, καὶ δίνει μία τὸ ζῶο καὶ μὲ χτυπάει δυνατὰ μὲ τὰ πισινά του πόδια• μὲ πέταξε πέρα. Σὲ λίγο συνῆλθα καὶ εἶδα ὅτι περπατοῦσα! Τὸ μόνο ποὺ θυμόμουν ἦταν ὅτι φώναξα «Παναγία μου!». Τίποτε ἄλλο. Τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ πέταλα τοῦ ζώου ἦταν πάνω μου. Ἐδῶ τὸ στῆθος ἦταν ὅλο μαῦρο. Μὲ τόση δύναμη μὲ χτύπησε τὸ ζῶο! Τὰ ἔχασε ὁ γιατρὸς ποὺ μὲ εἶδε νὰ περπατῶ! Συνεχίσαμε τὸν δρόμο μας. Λίγο πιὸ πέρα στραβοπάτησε ὁ γιατρὸς σὲ μία πέτρα, ἔπεσε κάτω καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθεῖ νὰ περπατήσει. Ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Παναγία μου, Χριστέ μου»! Σοὺ λέει: «Τώρα ὅλοι θὰ μὲ ἐγκαταλείψουν πάει, τί θὰ γίνω; Ποιὸς θὰ μὲ βοηθήσει;». Φοβόταν μὴν τὸν πιάσουν. «Μὴ στενοχωριέσαι, τοῦ λέω, θὰ καθήσω μαζί σου. Ἂν πιάσουν ἐμένα, θὰ πιάσουν κι ἐσένα». Ὁ καημένος μετὰ σκέφθηκε: «Ὁ Ἀρσένιος ἐνῶ τὸν πέταξε πέρα τὸ ζῶο, δὲν ἔπαθε τίποτε, καὶ ἐγὼ λίγο στραβοπάτησα καὶ δὲν μπορῶ νὰ περπατήσω!». Σὲ λίγο σηκώθηκε, ἄλλα κούτσαινε καὶ τὸν κρατοῦσα, γιὰ νὰ περπατήσει. Οἱ ἄλλοι εἶχαν προχωρήσει. Πῆρε ἕνα μάθημα καὶ συνῆλθε μετά. Κάθε μέρα ἔλεγε κάτι βλασφημίες, καὶ τότε, πάνω στὸν κίνδυνο, φώναζε «Παναγία μου! Παναγία μου!». Τὸν βόλεψε ἡ Παναγία!

Ἕνας ἄλλος, μοτοσικλετιστὴς ἦταν στὸν στρατό, δύο φορὲς εἶχε σπάσει τὸ πόδι του καὶ πάλι συνέχιζε νὰ βρίζει.

– Δὲν τοῦ λέγατε τίποτε, Γέροντα;

– Τί νὰ τοῦ πῶ; Ἐδῶ δὲν τοῦ ἔλεγα τίποτε καὶ ἐκεῖνος ἔβριζε συνεχῶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία ἐπίτηδες, γιὰ νὰ μὲ στενόχωρη. Μετὰ τὸ κατάλαβα καὶ ἔκανα μόνον εὐχή. Καὶ νὰ δεῖτε, ἐνῶ πρῶτα ἔβριζαν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι στὰ καλὰ καθούμενα, ὕστερα, ὅταν δυσκολεύονταν σὲ κάτι καὶ πήγαιναν νὰ βρίσουν, δάγκωναν τὴν γλώσσα τους! Εἶναι καλύτερα, ἂν ἕνας βρίζει, βλασφημεῖ κ.λπ. καὶ εἶναι ἀναιδής, νὰ κάνης ὅτι εἶσαι ἀπασχολημένος καὶ δὲν ἀκοῦς καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή. Γιατί ἂν καταλάβει ὅτι τὸν παρακολουθεῖς, μπορεῖ νὰ βρίζει συνέχεια, καὶ ἔτσι γίνεσαι αἰτία νὰ δαιμονισθεῖ. Ὅταν ὅμως δὲν εἶναι ἀναιδὴς ἄλλα εὐσυνείδητος, καὶ βρίζει ἀπὸ κακὴ συνήθεια, μπορεῖς κάτι νὰ τοῦ πεῖς. Ἂν πάλι εἶναι εὐσυνείδητος, ἄλλα ἔχει πολὺ ἐγωισμό, πρέπει νὰ προσέξεις νὰ μὴν τοῦ μιλήσεις αὐστηρὰ ἄλλα ταπεινά, ὅσο μπορεῖς, καὶ μὲ πόνο. Τί λέει ὁ Ἀββὰς Ἰσαάκ; «Ἔλεγξον διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ἀρετῶν σου τοὺς φιλονεικούντας μετά σου… καὶ ἀποστόμωσον αὐτοὺς διὰ τῆς πραότητος καὶ τῆς γαλήνης τῶν χειλέων σου. Ἔλεγξον τοὺς μὲν ἀκόλαστους διὰ τῆς ἐνάρετου συμπεριφορᾶς σου, τοὺς δὲ ἀναίσχυντους κατὰ τὰς αἰσθήσεις διὰ τῆς συστολῆς τῶν ὀμμάτων σου»

ΠΗΓΗ